Είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον το ρεπορτάζ της «δημοκρατίας» για τη συνάντηση -στο Κατάρ- του πρωθυπουργού της Ελλάδας Αντώνη Σαμαρά με τον Τούρκο ομόλογό του. Η συνομιλία των δύο πρωθυπουργών διήρκεσε περί τα σαράντα λεπτά, αλλά μέσα σε αυτό το βραχύ χρονικό διάστημα, όπως έγινε γνωστό, ο κ. Ερντογάν πρόλαβε να επαναλάβει σχεδόν όλες τις πάγιες και εξωφρενικές αξιώσεις της Αγκυρας από την πατρίδα μας. Το τζαμί στην Αθήνα, οι ιμάμηδες στη Θράκη, η επιχειρηματική διείσδυση της ημισελήνου στη χώρα μας ήταν μερικά από τα αντικείμενα του «ανατολίτικου παζαριού» που προσπάθησε να δημιουργήσει ο επικεφαλής της τουρκικής κυβέρνησης.
Ευτυχώς, ο κ. Ερντογάν είχε ενώπιόν του τον εγνωσμένης εθνικής ευαισθησίας αρχηγό της Ν.Δ. και όχι τον σεσημασμένο χορευτή ζεϊμπέκικου Γιώργο Παπανδρέου. Υπό αυτή την έννοια, οι πολίτες μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς αναφορικά με τις προθέσεις της κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά – παρά τη συμμετοχή σε αυτήν της ΔΗΜ.ΑΡ. και του ΠΑΣΟΚ.
Μια στιβαρή κυβέρνηση, που σέβεται τους αγώνες και τις διαχρονικές θυσίες των Ελλήνων, δεν είναι δυνατόν να υποχωρήσει σε κανένα από τα σημεία που έθεσε ο ισλαμιστής πρωθυπουργός. Ούτε στο ζήτημα της Θράκης ούτε στο τζαμί που θέλουν να χτίσουν -με τουρκική χρηματοδότηση- στην Αθήνα ούτε σε οποιοδήποτε άλλο άπτεται της εθνικής ασφάλειας, του χαρακτήρα του πολιτισμού μας και της αξιοπρέπειας του έθνους.
Ακόμα και το ζήτημα του Αιγαίου και των φυσικών πόρων του, η κυβέρνηση δεν μπορεί να το δει ως στενά οικονομικό ούτε να επιτρέψει στους Τούρκους να απλώσουν τον… ίσκιο τους μέχρι τα νερά και τα νησιά μας – έστω και με το πρόσχημα ή την «προβιά» μιας ιδιωτικής εταιρίας εκμετάλλευσης πετρελαιοειδών, η οποία ουσιαστικά θα εξυπηρετεί την Αγκυρα.
Επιπλέον κάτι για την επίσκεψη του κ. Σαμαρά στην τουρκική πρωτεύουσα: στις κινήσεις καλής θέλησης που μπορεί να περιμένουν ντόπιοι και ξένοι δεν πρέπει να περιλαμβάνεται η κατάθεση στεφάνου στο μαυσωλείο του γενοκτόνου των Ελλήνων, του Κεμάλ Ατατούρκ.

