Του Θύμιου Λυμπερόπουλου
Η μεταφορά επιβατών με ταξί δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα. Είναι μια υπηρεσία δημόσιου χαρακτήρα, που εξυπηρετεί καθημερινά χιλιάδες πολίτες, στηρίζει την κοινωνική συνοχή και καλύπτει ανάγκες εκεί όπου άλλες μορφές μετακίνησης αδυνατούν. Σήμερα, όμως, αυτή η υπηρεσία δέχεται μια συντονισμένη και διαρκή επίθεση που οδηγεί στην απαξίωσή της.
Ο νόμος 5290/2026 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολιτικής. Αντί να αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα του κλάδου, επιβάλλει νέες υποχρεώσεις, αυξάνει το διοικητικό και οικονομικό βάρος και αφήνει τους επαγγελματίες εκτεθειμένους. Καμία ουσιαστική πρόβλεψη για στήριξη, καμία μέριμνα για τις συνθήκες εργασίας, καμία προστασία απέναντι στις στρεβλώσεις της αγοράς. Μόνο απαιτήσεις.
Την ίδια στιγμή, η Πολιτεία επιλέγει να κάνει τα «στραβά μάτια» απέναντι στον αθέμιτο ανταγωνισμό από οχήματα ιδιωτικής χρήσης που δραστηριοποιούνται στη μεταφορά επιβατών. Ενώ οι οδηγοί ταξί λειτουργούν υπό ένα ασφυκτικό πλαίσιο ελέγχων, κανόνων και οικονομικών επιβαρύνσεων, άλλοι πάροχοι απολαμβάνουν προνομιακή μεταχείριση. Πρόκειται για μια προκλητική ανισότητα που δεν μπορεί να εξηγηθεί ως αδυναμία ελέγχου — είναι πολιτική επιλογή. Είναι η συνειδητή αποδυνάμωση ενός ρυθμισμένου κλάδου προς όφελος ανεξέλεγκτων μορφών δραστηριότητας.
Σαν να μην έφταναν αυτά, η επιβολή της υποχρεωτικής ηλεκτροκίνησης, χωρίς ουσιαστική χρηματοδοτική στήριξη και χωρίς επαρκείς υποδομές, οδηγεί τους επαγγελματίες σε οικονομικό αδιέξοδο. Ζητείται από έναν ήδη πιεσμένο κλάδο να επωμιστεί τεράστια κόστη, σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας και χωρίς καμία εγγύηση βιωσιμότητας. Η «πράσινη μετάβαση» μετατρέπεται έτσι σε εργαλείο πίεσης και όχι σε ευκαιρία.
Παράλληλα, το αυστηρό και δυσλειτουργικό πλαίσιο για την έκδοση και ανανέωση της ειδικής άδειας οδήγησης λειτουργεί αποτρεπτικά για νέους επαγγελματίες. Η γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις και οι υπερβολικές απαιτήσεις δημιουργούν ένα κλειστό και ασφυκτικό περιβάλλον, που οδηγεί σε γήρανση του κλάδου και σε σταδιακή συρρίκνωση.
Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία. Δεν πρόκειται για αποσπασματικά μέτρα ούτε για λάθη πολιτικής. Πρόκειται για μια ξεκάθαρη στρατηγική απαξίωσης. Η κυβέρνηση επιλέγει συνειδητά να αποδυναμώσει τον κλάδο των ταξί, να τον εξαντλήσει οικονομικά και θεσμικά και να ανοίξει τον δρόμο για την επικράτηση άλλων συμφερόντων.
Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι τυχαία, ούτε αποτέλεσμα αστοχιών. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, για τις οποίες την πλήρη ευθύνη φέρει η κυβέρνηση και η ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου.
Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός και ο αρμόδιος Αναπληρωτής Υπουργός Μεταφορών δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από γενικόλογες διακηρύξεις. Οι αποφάσεις έχουν ονοματεπώνυμο και πολιτική υπογραφή. Η απαξίωση του ταξί δεν είναι παρενέργεια — είναι συνέπεια των δικών τους επιλογών. Με τις πολιτικές που εφαρμόζουν, αποδυναμώνουν έναν ολόκληρο κλάδο, ευνοούν συνθήκες άνισου ανταγωνισμού και οδηγούν συνειδητά σε μια αγορά όπου το δημόσιο συμφέρον υποχωρεί.
Η ευθύνη είναι ξεκάθαρη και δεν διαχέεται. Όταν επιβαρύνεις συστηματικά τους επαγγελματίες, όταν ανέχεσαι παράλληλα ανεξέλεγκτες πρακτικές και όταν επιβάλλεις μεταβάσεις χωρίς στήριξη, τότε δεν μεταρρυθμίζεις — διαλύεις.
Οι επαγγελματίες του κλάδου δεν πρόκειται να αποδεχτούν σιωπηλά αυτή την πολιτική. Η υπεράσπιση του ταξί ως δημόσιας υπηρεσίας είναι ζήτημα αξιοπρέπειας, επιβίωσης και κοινωνικής ευθύνης. Και όσο αυτή η πολιτική συνεχίζεται, η αντίδραση θα γίνεται πιο δυναμική. Γιατί η απαξίωση δεν θα περάσει.
