Πηγή: Εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» / Συντάκτης: Του Νίκου Φωτόπουλου
Σφαίρες στη νύχτα, συλλήψεις λίγες ημέρες μετά κι ένα σκηνικό που θυμίζει όλο και περισσότερο ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ σκληρών ομάδων του τουρκικού υποκόσμου. Η υπόθεση του πυροβολισμού σε βάρος 28χρονου Τούρκου τα ξημερώματα της 27ης Απριλίου, στη συμβολή των οδών Κλαυδιανού και Μερόπης, στην Παναγία Φανερωμένη, όχι μόνο δεν αντιμετωπίστηκε ως ένα «τυχαίο» περιστατικό, αλλά πλέον φαίνεται πως επιβεβαιώνει τις εκτιμήσεις των αρχών για την ολοένα πιο έντονη παρουσία κυκλωμάτων τουρκικού οργανωμένου εγκλήματος στη Θεσσαλονίκη.
Η έρευνα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος οδήγησε ήδη στη σύλληψη ενός 34χρονου Τούρκου, που κατηγορείται για απόπειρα ανθρωποκτονίας, ενώ έχουν ταυτοποιηθεί ακόμη δύο ομοεθνείς του, ηλικίας 24 και 25 ετών, που καταζητούνται. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο 24χρονος φέρεται να είναι εκείνος που πυροβόλησε τον 28χρονο τραυματίζοντάς τον στον μηρό, ενώ οι άλλοι δύο συμμετείχαν στον ξυλοδαρμό του.
Η σύλληψη
Στην Ξηροκρήνη, μια περιοχή που σπάνια βρίσκεται στο επίκεντρο ένοπλων επιθέσεων, το περιστατικό είχε εξαρχής προκαλέσει προβληματισμό στις αρχές. Το θύμα, που έχει αιτηθεί άσυλο στην Ελλάδα από τον περασμένο Δεκέμβριο, υποστήριξε πως γνώριζε τους δράστες, με τους οποίους είχε οικονομικές διαφορές. Παρότι ο ίδιος δεν απασχόλησε ποτέ την ΕΛ.ΑΣ. για ποινικά αδικήματα, η υπόθεση κρίθηκε εξ αρχής ως κάτι πολύ σοβαρότερη από ένα επεισόδιο μεταξύ αλλοδαπών.
Οι αστυνομικοί που ανέλαβαν την έρευνα αξιοποίησαν μαρτυρίες, βιντεοληπτικό υλικό και στοιχεία από εγκληματολογικές εξετάσεις, καταλήγοντας στην ταυτοποίηση των τριών εμπλεκομένων. Μάλιστα, κατά την προσαγωγή του 34χρονου από αστυνομικούς της Άμεσης Δράσης, βρέθηκε στο σπίτι όπου διέμενε αμάνικο μπουφάν, που, σύμφωνα με τις αρχές, μοιάζει με εκείνο που φορούσε κατά την επίθεση, καθώς και πτυσσόμενο μαχαίρι μήκους 20 εκατοστών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο 24χρονος φερόμενος ως δράστης του πυροβολισμού, αλλά και ο 34χρονος συλληφθείς, είχαν απασχολήσει και στο παρελθόν τις αρχές για υποθέσεις αρπαγής, εκβίασης και παραβάσεις της νομοθεσίας περί αλλοδαπών, ενώ σε βάρος τους είχαν επιβληθεί περιοριστικοί όροι. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εκτίμηση πως πρόκειται για πρόσωπα που κινούνται σε κύκλους οργανωμένου εγκλήματος και όχι για μια «απλή» προσωπική διαφορά.
Οι επιθέσεις
Το περιστατικό της Παναγίας Φανερωμένης δεν είναι μεμονωμένο. Τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη καταγράφεται μια σειρά από υποθέσεις με κοινά χαρακτηριστικά: Τούρκοι υπήκοοι εμπλεκόμενοι σε ένοπλες επιθέσεις, στοχευμένη βία και ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, που παραπέμπουν σε συγκρούσεις μεταξύ εγκληματικών ομάδων με διεθνείς διασυνδέσεις.
Χαρακτηριστική ήταν η υπόθεση στους Ταγαράδες, όπου Τούρκοι μαφιόζοι πυροβόλησαν εναντίον πρακτόρων της ΕΥΠ κατά τη διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης σχετικής με το οργανωμένο έγκλημα. Πριν ένα μήνα, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Έδεσσας επέβαλε στους κατηγορούμενους ποινές κάθειρξης από 6 έως 11 χρόνια. Στα ΚΤΕΛ Μακεδονία, λίγους μήνες νωρίτερα, η εκτέλεση Τούρκου υπηκόου μέρα μεσημέρι παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά περιστατικά, ενώ εξακολουθεί να παραμένει ανεξιχνίαστη.
Βασικοί λόγοι
Αστυνομικές πηγές περιγράφουν στη «Θ» ένα φαινόμενο που μπορεί να μην είναι καινούργιο για την Ευρώπη, ωστόσο, εμφανίζεται πλέον ολοένα πιο συχνά στη Βόρεια Ελλάδα και ειδικά στη Θεσσαλονίκη. Συγκρούσεις που ξεκινούν στην Τουρκία μεταφέρονται στην ελληνική επικράτεια, είτε λόγω οικονομικών διαφορών, είτε για εκβιασμούς, διακίνηση μεταναστών, ναρκωτικά ή συνεργασίες που κατέρρευσαν.
Η Θεσσαλονίκη φαίνεται να λειτουργεί ως ιδανικός ενδιάμεσος κόμβος για τέτοιες δραστηριότητες για πολλούς λόγους. Η γεωγραφική της θέση κοντά στα σύνορα, η δυνατότητα εύκολης μετακίνησης προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη, αλλά και η ανωνυμία που προσφέρει σαν «μεγάλη πόλη», δημιουργούν τις συνθήκες για ανάπτυξη τέτοιων δικτύων. Παράλληλα, η παρουσία μεγάλων κοινοτήτων αλλοδαπών διευκολύνει επαφές και συνεργασίες, που συχνά κινούνται στη «γκρίζα ζώνη» μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας.
Παρά τον όρο «τουρκική μαφία» που χρησιμοποιείται συχνά, οι αρχές επισημαίνουν ότι δεν πρόκειται απαραίτητα για μια ενιαία πυραμιδική οργάνωση. Αντίθετα, μιλούν για μικρές ομάδες, πρόσωπα με κοινούς συνδέσμους και ευέλικτα δίκτυα που συνεργάζονται περιστασιακά, ανάλογα με την υπόθεση και το οικονομικό αντικείμενο.
Τι λένε οι αρχές
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ο αριθμός των περιστατικών, αλλά ο τρόπος δράσης. Στην Παναγία Φανερωμένη είχαμε πυροβολισμό σε κατοικημένη περιοχή και δράστες που εξαφανίστηκαν σε λίγα δευτερόλεπτα. Στους Ταγαράδες, ένοπλη επίθεση εναντίον στελεχών της ΕΥΠ. Στα ΚΤΕΛ Μακεδονία, εν ψυχρώ εκτέλεση σε δημόσιο δρόμο με άμεση διαφυγή… Κοινός παρονομαστής είναι η ευκολία με την οποία χρησιμοποιείται πλέον η ένοπλη βία.
Επισήμως, οι αρχές αποφεύγουν τις υπερβολές και τους βαρύγδουπους χαρακτηρισμούς. Ανεπισήμως, όμως, αναγνωρίζουν πως υπάρχει συστηματική χαρτογράφηση προσώπων και ομάδων τουρκικού οργανωμένου εγκλήματος, που δραστηριοποιούνται ή κινούνται στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ ορισμένες από τις υποθέσεις φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους.
Παρά τη σοβαρότητα των περιστατικών, αστυνομικές πηγές τονίζουν ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι στοχοποιούνται τυχαίοι πολίτες. Οι περισσότερες επιθέσεις αφορούν συγκεκριμένα πρόσωπα κι εξελίσσονται σε «κλειστό κύκλο» ανθρώπων, με ανοιχτούς λογαριασμούς μεταξύ τους.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»
