Η απόφαση της 22ας Ιουνίου, η οποία εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό, είναι η πρώτη απόφαση η οποία σε ποινικό επίπεδο αξιολογεί ως παράνομη την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των αποδήμων συμπολιτών μας. Η θεμελιώδης σημασία της έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι κρίθηκε η μεγαλύτερη διαρροή προσωπικών δεδομένων που έγινε στη χώρα μας από το Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα η διαρροή των προσωπικών δεδομένων 25.500 αποδήμων, οι οποίοι είχαν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους Ελλήνων του εξωτερικού με σκοπό να κάνουν χρήση του δικαιώματος της επιστολικής ψήφου που μόλις είχε θεσπιστεί κατά τις επερχόμενες εκλογές του 2023.
- Του Θωμά Ευαγγ. Στάικου*
Στο δικαστήριο αποδείχθηκε πως υπήρξε παράνομη επεξεργασία των «e-mails» των αποδήμων, τα οποία διέρρευσαν μαζικά, και να τονίσουμε ότι δεν αφορά την παράνομη αποστολή ενός e-mail, όπως ισχυρίστηκαν δύο υπουργοί της κυβέρνησης, αλλά 25.000 e-mails. Επιπλέον, τα προσωπικά δεδομένα τα οποία είχαν συλλεγεί κατά τη διαδικασία εγγραφής τους για την επιστολή ψήφο και μπορούσε να τα αξιοποιήσει μόνον το υπουργείο Εσωτερικών και μόνον για τον παραπάνω σκοπό, δεν ήταν μόνο το e-mail αλλά όλα τα προσωπικά τους δεδομένα.
Η ανησυχία λοιπόν των αποδήμων δεν έγκειται μόνο στην αδυναμία του Δημοσίου να τους προστατεύσει, αλλά και στο εάν είναι ασφαλή και τα υπόλοιπα προσωπικά τους δεδομένα. Το γεγονός, δε, πως, μέσω της πλατφόρμας για την επιστολική ψήφο, οι απόδημοι είχαν γνωστοποιήσει στο Δημόσιο ευαίσθητα προσωπικά τους δεδομένα, μερικά από τα οποία στη συνέχεια διέρρευσαν, πέραν του ότι καταδεικνύει την αδυναμία του Δημοσίου να τους προστατεύσει, γεννά και μεγάλη ανησυχία σχετικά με το τι έχουν απογίνει τα υπόλοιπα στοιχεία που δηλώθηκαν.
Η επίμαχη απόφαση αποτελεί σημείο αναφοράς και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι αναδεικνύει μία ουσιώδη πτυχή των αρχών της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου που διέπουν την έννομη τάξη μας, κρίνοντας ότι το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των προσωπικών δεδομένων πρέπει να προστατεύεται απόλυτα και η επεξεργασία τους πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της κοινοτικής και της εθνικής νομοθεσίας. Πολλώ δε μάλλον, καταδεικνύει πως οι άνθρωποι οι οποίοι ασχολούνται με τα κοινά και δραστηριοποιούνται στον πολιτικό βίο δεν μπορούν να έχουν άγνοια νόμου για κάτι τόσο σημαντικό και να την επικαλούνται, ούτε να ισχυρίζονται ότι η συγκεκριμένη επεξεργασία έγινε στο πλαίσιο της πολιτικής επικοινωνίας και ότι οι χιλιάδες απόδημοι ουδεμία ηθική βλάβη υπέστησαν από την εν λόγω παράνομη πράξη τους.
Επίσης, καθίσταται σαφές ότι πρόσωπα τα οποία διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στον πολιτικό βίο της χώρας, δεν μπορούν να έχουν διαφορετική ποινική μεταχείριση από τους απλούς πολίτες. Πιο χρήσιμο θα ήταν να μας διαφωτίσει ο κύριος κυβερνητικός εκπρόσωπος για το αποτέλεσμα της ΕΔΕ που διεξήγαγε, κατά δήλωσή του, το Μέγαρο Μαξίμου, τον Μάρτιο του 2024 για τη διαρροή των προσωπικών δεδομένων των αποδήμων.
Να σημειωθεί ότι η πολιτική επικοινωνία, την οποία επικαλέστηκαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, θα πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Συντάγματος, καθώς και την εθνική και κοινοτική νομοθεσία περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Μάλιστα, στις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα το 2023, σημειώνεται πως προϋποτίθεται η συγκατάθεση των πολιτών, που «πρέπει να παρέχεται με σαφή θετική ενέργεια η οποία να συνιστά ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει ένδειξη της συμφωνίας του υποκειμένου των δεδομένων υπέρ της επεξεργασίας των δεδομένων που το αφορούν για τον συγκεκριμένο σκοπό». Διευκρινίζεται, δε, ότι εάν στο πλαίσιο της πολιτικής επικοινωνίας γίνει επεξεργασία δεδομένων που είχαν αρχικά συλλεγεί για άλλον σκοπό θεωρείται νόμιμη μόνον εφόσον τεκμηριωθεί πως ήταν συμβατή με τον αρχικό σκοπό συλλογής τους.
Προτροπή
Αξια σχολιασμού ακόμη είναι και τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της εισαγγελικής πρότασης για την ενοχή των τεσσάρων κατηγορουμένων και της έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης. Συγκεκριμένα, η εισαγγελική πρόταση διατυπώθηκε την Τρίτη 16 Ιουνίου, ενώ η δικαστική απόφαση εκδόθηκε τη Δευτέρα 22 Ιουνίου. Στο μεσοδιάστημα αυτό, καταγράφηκαν δημόσιες παρεμβάσεις από κυβερνητικούς αξιωματούχους. Πιο συγκεκριμένα, ο υπουργός Υγείας, Αδωνις Γεωργιάδης, καθώς και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, προέβησαν σε δηλώσεις οι οποίες, μπορούσαν να εκληφθούν ως έμμεση προτροπή προς την κατεύθυνση της αθώωσης των κατηγορουμένων.
Σε κάθε περίπτωση, είναι αναγκαίο να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ της εισαγγελικής πρότασης και της τελικής δικαστικής απόφασης. Η πρώτη εξ αυτών δεν συνιστά δεσμευτική κρίση, αλλά αποτελεί μέρος της διαδικασίας, το οποίο δεν πρέπει να υπόκειται σε δημόσιο σχολιασμό από πολιτειακούς παράγοντες πριν από την έκδοση της απόφασης. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι οποιαδήποτε παρέμβαση ή δημόσια τοποθέτηση εκ μέρους κυβερνητικών στελεχών πριν από την ολοκλήρωση της δικαστικής κρίσης συνιστά θεσμικά προβληματική πρακτική. Περαιτέρω, είναι μείζονες οι ευθείες πολιτικές παρεμβάσεις κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, οι οποίες, κατά την άποψή μου, είχαν ως στόχο την άσκηση επιρροής επί της δικαστικής κρίσης. Τέτοιου είδους ενέργειες είναι ιδιαιτέρως σοβαρές, καθώς ενδέχεται να υπονομεύσουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Οι παρεμβάσεις αυτές ως πρωτοφανείς και απαράδεκτες, δεν συνάδουν με τη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των εξουσιών, η οποία κατοχυρώνεται συνταγματικά. Η αρχή αυτή επιβάλλει τη σαφή και αυστηρή οριοθέτηση μεταξύ νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, προκειμένου να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και η ανεξαρτησία των θεσμών.
Καταλήγοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι η δημόσια συζήτηση γύρω από εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις οφείλει να διεξάγεται με φειδώ και θεσμική υπευθυνότητα, ιδίως όταν αφορά παρεμβάσεις από εκπροσώπους της εκτελεστικής εξουσίας, ώστε να διαφυλάσσεται το κύρος της Δικαιοσύνης, η εμπιστοσύνη των πολιτών προς αυτήν καθώς και η συνταγματικά κατοχυρωμένη διάκριση των εξουσιών.
* Δικηγόρος LLM, συνήγορος Απόδημων Ελλήνων

