Στο άρθρο της περασμένης Κυριακής αφήσαμε τον εκκεντρικό στρατάρχη Μουχούζι Καϊνερουγκάμπα να κυνηγάει τους…Τούρκους στην Καμπάλα και διαπιστώσαμε την παντελή ελληνική απουσία στον νευραλγικό χώρο της Ανατολικής Αφρικής.
Ανεξαρτήτως των τελικών προθέσεων του ιδιόρρυθμου Ουγκαντέζου «διαδόχου» (η συγκεκριμένη αφρικανική χώρα έχει παράδοση σε ηγετικές… ιδιορρυθμίες, αν κρίνουμε και από τον αλήστου μνήμης Ιντι Αμίν), το πετρέλαιο της λίμνης Αλμπερτ είναι πλέον έτοιμο να αρχίσει το μεγάλο ταξίδι του προς τη θάλασσα. Και η διαδρομή του εξηγεί ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί η Ανατολική Αφρική, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία της ενεργειακής κρίσης, αποκτά στρατηγική σημασία στον παγκόσμιο χάρτη.
Ο EACOP, ο γιγάντιος αγωγός που ανήκει κατά κύριο λόγο στη γαλλική Total και βρίσκεται στην τελική φάση κατασκευής, ξεκινά από την περιοχή Hoima της Ουγκάντας, διασχίζει την Τανζανία και ύστερα από 1.443 χιλιόμετρα καταλήγει στη χερσόνησο Chongoleani, κοντά στο λιμάνι Τάνγκα, στον Ινδικό Ωκεανό. Από αυτά, μόλις 296 χιλιόμετρα βρίσκονται στην Ουγκάντα και 1.147 στην Τανζανία. Η μέγιστη μεταφορική του ικανότητα προβλέπεται στα 246.000 βαρέλια ημερησίως και η καταγεγραμμένη ποσότητα, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, επαρκεί για τα επόμενα… 25 χρόνια.
Αλλά αυτή μπορεί να είναι μόνο η αρχή. Γιατί μεγάλο μέρος των δυνητικά πετρελαιοφόρων περιοχών με ανακτήσιμα αποθέματα της γεωλογικής λεκάνης Ουγκάντας – Κονγκό δεν έχει ακόμη ερευνηθεί επαρκώς. Δεν μιλάμε λοιπόν για έναν απλό αγωγό εξαγωγής πετρελαίου. Πρόκειται για έναν νέο οικονομικό διάδρομο που ενώνει μια περίκλειστη χώρα περίπου 50 εκατομμυρίων κατοίκων με τον Ινδικό. Και καθιστά τη διπλανή Τανζανία, χώρα άνω των 70 εκατομμυρίων κατοίκων και επίσης κατά πλειονότητα χριστιανική, αναπόσπαστο κρίκο του εγχειρήματος.
Ο αγωγός ανήκει κατά 62% στη γαλλική Total Energies, ενώ μερίδιο 15% διατηρούν οι κρατικές εταιρίες πετρελαίου Ουγκάντας και Τανζανίας και 8% η κινεζική CNOOC, η οποία όμως διαθέτει συμμετοχή 28% στα κοιτάσματα της λίμνης Αλμπερτ. Ομολογουμένως η εξίσωση είναι πολύπλοκη και πολυπαραγοντική με ασταθείς παραμέτρους, όπως ο προσφιλής μας Ουγκαντέζος στρατάρχης. Και κάπου εδώ αξίζει να ξαναβάλουμε στο κάδρο τους Τούρκους.
Γιατί η διείσδυση της γειτονικής χώρας στην υποσαχάρια Αφρική δεν είναι ούτε συγκυριακή ούτε αποκλειστικά «εμπνεύσεως Ερντογάν». Πρόκειται για μια μεθοδική πολιτική που ξεκίνησε πριν από περίπου τρεις δεκαετίες, επιταχύνθηκε θεαματικά επί Ερντογάν και συνδυάζει διπλωματία, εμπόριο, αεροπορικές συνδέσεις, κατασκευές, αναπτυξιακή βοήθεια, εκπαίδευση και τελευταία στρατιωτικές βάσεις.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Το 2002 η Τουρκία είχε μόλις 12 πρεσβείες σε ολόκληρη την Αφρική. Σήμερα διαθέτει 44. Ο Ερντογάν, ως πρωθυπουργός και πρόεδρος, έχει επισκεφθεί 31 αφρικανικές χώρες. Και τον περασμένο Απρίλιο ο Χακάν Φιντάν έδωσε μερικά ακόμη εντυπωσιακά στοιχεία: το τουρκικό εμπόριο με την Αφρική έχει δεκατριπλασιαστεί, φθάνοντας τα 36,6 δισ. δολάρια, ενώ τα διμερή επιχειρηματικά συμβούλια αυξήθηκαν από 9 σε 48!
Υπάρχει όμως ένα νούμερο που ίσως λέει περισσότερα: Εξήντα τέσσερις αφρικανικοί προορισμοί της κρατικής Turkish Airlines, από μόλις εννέα το 2010. Σε σύγκριση με την ελληνική Aegean, που δεν είναι κρατική, αλλά στα… δύσκολα επιδοτείται με λεφτά των Ελλήνων φορολογουμένων, η Turkish Airlines είναι ένας γίγαντας με σχεδόν εικοσαπλάσια κέρδη (2,7 δισ. δολάρια) που διακινεί 92 εκατομμύρια επιβάτες σε ετήσια βάση, διαθέτοντας περισσότερα από 500 σύγχρονα αεροσκάφη!
Αντιλαμβάνεστε το επίπεδο επιρροής όταν ο Αφρικανός επιχειρηματίας, κρατικός αξιωματούχος ή φοιτητής μπορεί να μπει σε ένα αεροπλάνο στην πόλη του και μέσω Κωνσταντινούπολης να βρεθεί σε λίγες ώρες στην Ευρώπη, στην Ασία ή στην Αμερική. Δίπλα στην Turkish Airlines κινείται η ΤΙΚΑ, ο κρατικός οργανισμός αναπτυξιακής συνεργασίας της Τουρκίας, με 22 γραφεία στην Αφρική. Φτιάχνει ή εξοπλίζει σχολεία και νοσοκομεία, χρηματοδοτεί γεωργικά και τεχνικά προγράμματα και προσφέρει εκπαίδευση. Παράλληλα λειτουργούν τουρκικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, υποτροφίες και ένα δίκτυο κρατικών και ιδιωτικών φορέων που στηρίζουν την τουρκική πολιτιστική και θρησκευτική διείσδυση.
Περισσότεροι από 62.000 Αφρικανοί σπουδάζουν σήμερα στην Τουρκία, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Φιντάν. Και ακολουθούν οι εργολάβοι. Τουρκικές εταιρίες έχουν αναλάβει περίπου 2.000 έργα στην Αφρική, συνολικής αξίας άνω των 90 δισ. δολαρίων: δρόμους, αεροδρόμια, στάδια, σιδηροδρόμους και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Η συνταγή είναι απλή: πρώτα αποκτάς φυσική παρουσία. Μετά γνωρίζεις τις τοπικές ελίτ, εκπαιδεύεις ανθρώπους, μεταφέρεις προϊόντα, αναλαμβάνεις δημόσια έργα και τελικά δημιουργείς συμφέροντα που τροφοδοτούν το ένα το άλλο.
Η Τανζανία είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Αγκυρα ξανάνοιξε την πρεσβεία της στο Νταρ ες Σαλάμ το 2009. Εναν χρόνο αργότερα άρχισαν οι απευθείας πτήσεις της Turkish Airlines και το 2012 προστέθηκε ως προορισμός το τουριστικό Κιλιμάντζαρο. Ο Ερντογάν επισκέφθηκε τη χώρα το 2017 και η πρόεδρος Σάμια Σουλούχου Χασάν την Τουρκία το 2024. Το διμερές εμπόριο έφτασε το 2024 τα 284 εκατ. δολάρια, ενώ 394 Τανζανοί είχαν λάβει τουρκικές πανεπιστημιακές υποτροφίες από το 2000 έως το 2024. Και, φυσικά, υπάρχει πλέον γραφείο της TΙΚΑ στο Νταρ ες Σαλάμ.
Δυναμική παρουσία
Δεν πρόκειται για κολοσσιαία οικονομικά μεγέθη. Πρόκειται όμως για μια δυναμική παρουσία που κάνει «μπαμ» σε σχέση με την ελληνική απουσία. Σε αντίθεση με τον Ερντογάν, ο Μητσοτάκης δεν έχει πατήσει το πόδι του στη «μαύρη Αφρική». Εστελνε τον Δένδια… αντ’ αυτού. Ούτε στη Νότια Αφρική έχει αξιωθεί να πάει, αν και υπάρχει σημαντικότατη ελληνική κοινότητα. Δυστυχώς όμως η γεωπολιτική επιρροή δεν αγοράζεται σε μία ημέρα. Ούτε επιστρατεύεται όταν ανακαλύψεις ξαφνικά ότι χρειάζεσαι κάτι από μια χώρα. Χτίζεται δέκα και είκοσι χρόνια πριν.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι Τούρκοι δεν περιορίστηκαν στις μουσουλμανικές κοινωνίες της Αφρικής. Κινούνται εξίσου επιθετικά σε χριστιανικές χώρες, σε γαλλόφωνες και αγγλόφωνες αγορές, από τη Δυτική Αφρική μέχρι τον Ινδικό. Η θρησκευτική συγγένεια μπορεί κάπου να βοηθά, δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση. Προέχουν τα εμπορικά συμφέροντα και η προσδοκία μακροχρόνιας πολιτικής επιρροής, ιδιαίτερα σε χώρες που έχουν γεωστρατηγική αξία.
Στον αντίποδα η ελληνική εξωτερική πολιτική απώλεσε τη διείσδυση που διέθετε ακόμη και στα Βαλκάνια. Η οικονομική μας επιρροή έσβησε με τα Μνημόνια. Και η Αφρική φαντάζει πλέον τόπος… εξωτικός. Δεν χρειάζεται να ξαναμετρήσουμε τις ελληνικές πρεσβείες. Αρκεί μια μικρή λεπτομέρεια: η μία ελληνική πρεσβεία στο Ναϊρόμπι είναι ταυτοχρόνως διαπιστευμένη σε εννέα χώρες – Κένυα, Μαυρίκιος, Ρουάντα, Ουγκάντα, Τανζανία, Μαδαγασκάρη, Μπουρούντι, Σεϊχέλες και Σομαλία! Η ελληνική παρουσία στη περιοχή είναι στην καλύτερη περίπτωση διακοσμητική.
Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, δεν υπονοώ ότι η σημερινή υπερχρεωμένη Ελλάδα είναι σε θέση να αντιγράψει την Τουρκία. Δεν έχουμε ούτε το πληθυσμιακό μέγεθος ούτε τους ίδιους οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους. Εχουμε όμως ναυτιλία παγκόσμιας εμβέλειας, ισχυρή παρουσία ελληνικών επιχειρήσεων σε επιμέρους αφρικανικές αγορές, τεχνογνωσία σε ενέργεια, κατασκευές, τρόφιμα και τουρισμό και -ειδικά στην Ανατολική Αφρική- ένα παράδοξα υποτιμημένο δίκτυο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Και μικρές αλλά ζωντανές ελληνικές κοινότητες.
Το δίλημμα λοιπόν δεν είναι αν και πώς θα ανταγωνιστούμε την Τουρκία. Είναι αν θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε από τα γραφεία του… ΕΛΙΑΜΕΠ μια τεράστια περιοχή να μεταμορφώνεται σε νέο ενεργειακό πόλο ή θα αποφασίσουμε επιτέλους να βάλουμε πόδι στο γήπεδο. Γιατί από την Καμπάλα έως τον Ινδικό, άλλοι έχουν ήδη αρχίσει να παίζουν μπάλα…
