Η ιστορική απόφαση της κυβέρνησης του Ισραήλ να αναγνωρίσει επίσημα τη Γενοκτονία των Αρμενίων συνιστά έναν θρίαμβο της συνεπούς εθνικής διπλωματίας. Για περισσότερο από έναν αιώνα η αρμενική διασπορά και το αρμενικό κράτος κινούνται αδιάκοπα, μεθοδικά και χωρίς εκπτώσεις στο διεθνές στερέωμα, διεκδικώντας την αυτονόητη ηθική και ιστορική δικαίωση για τα εγκλήματα των Τούρκων. Και τα καταφέρνουν, αποδεικνύοντας ότι η πίστη στις εθνικές αξίες παράγει απτά αποτελέσματα, ακόμη και απέναντι σε ισχυρά γεωπολιτικά συμφέροντα.
Την ίδια ώρα η Αθήνα παρακολουθεί αμήχανη και καθηλωμένη, εγκλωβισμένη σε μια πολιτική φοβικών συνδρόμων και μοιρολατρίας. Εμείς, που υποτίθεται ότι έχουμε αναπτύξει και διαφημίζουμε σε κάθε ευκαιρία τη «σχέση στρατηγικής συνεργασίας» που τάχα έχουμε με το Ισραήλ, αποδεικνυόμαστε κατώτεροι των περιστάσεων. Δεν μπορέσαμε να επιτύχουμε στο ελάχιστο αυτό που πέτυχε η Αρμενία, δηλαδή την επίσημη αναγνώριση από το Τελ Αβίβ της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, της Μικράς Ασίας, της Πόλης και συνολικά της Ανατολίας από τους Τούρκους. Κάτι που, στο πλαίσιο μιας αληθινής και ισότιμης συμμαχίας, θα έπρεπε να φαντάζει αυτονόητο και άμεσο, παραμένει ασαφές σχεδίασμα με ορίζοντα υλοποίησης τις ελληνικές… καλένδες.
Η πικρή αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν προσπαθεί καν. Δεν διεκδικεί, δεν πιέζει, δεν απαιτεί τον δέοντα σεβασμό στην ιστορική μνήμη. Αντίθετα, επιλέγει συνειδητά τον δρόμο του κατευνασμού και της υποτέλειας, κάνοντας διαρκώς «τεμενάδες» στους Τούρκους προκειμένου να διατηρηθεί ένα ψευδεπίγραφο «ήρεμο κλίμα». Με έναν υπουργό Εξωτερικών, τον Γιώργο Γεραπετρίτη, που έχει καταγραφεί ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη να κάνει κανονικότατες, βαθιές υποκλίσεις στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει δυστυχώς μετατραπεί σε ντροπή του έθνους.
Οταν η ηγεσία μιας χώρας αντικαθιστά την εθνική αξιοπρέπεια με τη δειλία και τη διπλωματία του «καλού παιδιού», υπονομεύει το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού. Το παράδειγμα της Αρμενίας μάς δείχνει τον δρόμο της περηφάνιας και της αντοχής. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, στον αντίποδα, μας δείχνει τον θλιβερό δρόμο της υποταγής.
