Υψηλή εξακολουθεί να παραμένει η δυσπιστία των επενδυτών απέναντι στην ελληνική οικονομία
Από τον
Μάριο Ροζάκο
Ανησυχητικά υψηλός παραμένει ο δείκτης δυσπιστίας των επενδυτών απέναντι στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, όπως προκύπτει από την πορεία των κρατικών ομολόγων τις τελευταίες εβδομάδες. Οι αποδόσεις τους όχι μόνο δεν αποκλιμακώθηκαν, αντιθέτως αυξήθηκαν μετά την έκδοση του νέου 5ετούς ομολόγου στις 25 Ιουλίου.
Η επιστροφή στις αγορές «πέρασε και δεν άγγιξε» όσον αφορά το κόστος του μεσομακροπρόθεσμου δανεισμού του Δημοσίου, ενώ δεν άλλαξε επί τα βελτίω το κλίμα ούτε στο Χρηματιστήριο Αθηνών, αποδεικνύοντας πως οι επενδυτές εξακολουθούν να βλέπουν μεγάλο ρίσκο στη χώρα μας (country risk). «Οι επενδυτές δεν είναι πλήρως πεπεισμένοι για τις προοπτικές της Ελλάδας» ήταν η χαρακτηριστική επισήμανση της Capital Economics σε πρόσφατο σημείωμά της για την Ελλάδα. Μόνο οι αποδόσεις των τρίμηνων και των εξάμηνων εντόκων γραμματίων κατέγραψαν πτώση και, ύστερα από δυόμισι χρόνια νέων αιματηρών θυσιών από τους Ελληνες πολίτες, επέστρεψαν στα προ των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015.
Η απουσία «ψήφου εμπιστοσύνης» από τους επενδυτές αποτυπώνεται ανάγλυφα στην πορεία του 10ετούς ομολόγου, που αποτελεί το σημείο αναφοράς και ξεπέρασε τις τελευταίες ημέρες σε απόδοση το 5,5%. Ετσι, επανήλθε στα επίπεδα των αρχών Ιουλίου, ενώ την παραμονή της έκδοσης του 5ετούς είχε περιοριστεί στο 5,274%. Η δε απόσταση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου από το αντίστοιχο γερμανικό (bund) φτάνει τις 500 μονάδες βάσεις, την ώρα που το αντίστοιχο πορτογαλικό βρίσκεται στις 240, το ιταλικό στις 159 και το ισπανικό στις 100.
Ακόμα και το 2ετές ελληνικό ομόλογο κινείται περίπου στα ίδια επίπεδα με το τέλος Ιουλίου, στην περιοχή του 3,29%-3,35%, ενώ θα έπρεπε να είχε υποχωρήσει μετά την έκδοση του καινούργιου 5ετούς, λόγω της ανταλλαγής που έγινε. Υπενθυμίζεται ότι από τα 3 δισ. ευρώ που άντλησε το Δημόσιο τον περασμένο μήνα από το νέο ομόλογο τα 1.574.357 ευρώ προήλθαν από το «ρολάρισμα», δηλαδή την ανταλλαγή, παλαιών 5ετών ομολόγων που βρίσκονταν στο χαρτοφυλάκιο ελληνικών τραπεζών και στο Κοινό Κεφάλαιο της Τραπέζης της Ελλάδος με νέα 5ετή. Τα παλιά 5ετή είχαν εκδοθεί επί κυβέρνησης Σαμαρά και λήγουν τον Απρίλιο του 2019. Οσον αφορά τις εκδόσεις που λήγουν σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου (15ετές, 20ετές και 25ετές), οι αποδόσεις έχουν επίσης πάρει την ανηφόρα μετά την επάνοδο στις αγορές τον περασμένο μήνα και κυμαίνονται περίπου από 6,4% έως 6,6%.
Οσο η απόδοση του βασικού κρατικού τίτλου, δηλαδή του 10ετούς, δεν μειώνεται τόσο δυσχεραίνει η συνέχιση των δοκιμαστικών εκδόσεων ομολόγων. Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης επιδιώκει τουλάχιστον άλλες δύο επανεμφανίσεις στις αγορές έως τη λήξη του 3ου Μνημονίου, τον Αύγουστο του 2018, ώστε να βελτιωθεί η καμπύλη των αποδόσεων των ελληνικών τίτλων, να αποκατασταθεί σταδιακά η σχέση της χώρας με τη διεθνή επενδυτική κοινότητα και να ευοδωθεί η προσδοκία για μια «καθαρή έξοδο από το 3ο Μνημόνιο». Ο αμέσως επόμενος στόχος μετά την ομολογιακή έκδοση του Ιουλίου είναι ένας νέος, πιθανότατα 3ετούς διάρκειας, τίτλος το φθινόπωρο, ώστε να αντικατασταθεί εν μέρει ένα μεγάλο στοκ εντόκων γραμματίων συνολικού ύψους 4 δισ. ευρώ, τα οποία λήγουν τον Δεκέμβριο (2 δισ. ευρώ) και τον Ιανουάριο (άλλα 2 δισ. ευρώ).
Οι (διαφαινόμενες) ανακατατάξεις και η (επικίνδυνη) τρίτη αξιολόγηση
Χωρίς ένα ικανοποιητικό σερί νέων ομολογιακών εκδόσεων με λογικές αποδόσεις, η χώρα δεν θα μπορέσει να αποφύγει ένα νέου τύπου 4ο Μνημόνιο, έστω και πιο… light, με τη μορφή Προληπτικής Πιστωτικής Γραμμής, όπως η υφιστάμενη ECCL του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) ή κάποια άλλη που πιθανώς να θεσπιστεί έως τότε. Αλλωστε, οι συνθήκες σε έναν χρόνο από τώρα, στη λήξη του 3ου Μνημονίου, αναμένεται να είναι πολύ διαφορετικές, καθώς η κυρίαρχη εκτίμηση είναι ότι μετά τις γερμανικές εκλογές του ερχόμενου μήνα και τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης στο Βερολίνο θα δρομολογηθεί η απομάκρυνση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) από την Ευρώπη και η μετεξέλιξη του ESM σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.
Βεβαίως, όλες αυτές οι διαφαινόμενες ανακατατάξεις κάθε άλλο παρά περιορίζουν την αβεβαιότητα για τον βηματισμό της ελληνικής οικονομίας και ιδίως για την αντιμετώπιση του κρίσιμου προβλήματος του χρέους, στο οποίο οι Ευρωπαίοι έχουν επανειλημμένα αποδειχθεί αναξιόπιστοι.
Αν προστεθούν σε όλα τα παραπάνω τα καυτά θέματα της τρίτης αξιολόγησης του Μνημονίου, που εκτείνονται από τις νέες παρεμβάσεις στα εργασιακά (αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου για την προκήρυξη απεργιών κ.λπ.), τις μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο και την επιβολή νέων φορολογικών μέτρων (φόρος στη μίσθωση ακινήτων μέσω Airbnb, κατάργηση έκπτωσης 1,5% κατά την παρακράτηση φόρου επί μισθών και συντάξεων, κατάργηση και των τελευταίων μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ σε 32 νησιά του Αιγαίου, επιβολή φόρου υπεραξίας στις πωλήσεις ακινήτων κ.ά), έως την περικοπή ή την κατάργηση επιδομάτων, τη δραστική αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων από τις τράπεζες και την ενεργοποίηση του Κατοχικού Ταμείου Αποκρατικοποιήσεων, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η αβεβαιότητα των επενδυτών δεν είναι διόλου αδικαιολόγητη.


