Οταν ξεσπάσει μια κρίση, τότε το κράτος διατάζει και επιβάλλει με το μαστίγιο στο χέρι, χωρίς να ακούει, να βλέπει, να συμπαραστέκεται. Μέχρι που κάποιος λυγίζει υπό το βάρος της κυβερνητικής αναλγησίας
Στην Πιερία δεν καταγράφηκε απλώς άλλη μια «ανθρώπινη τραγωδία», ούτε ακόμα ένα «μεμονωμένο περιστατικό». Κι αυτό γιατί είχαμε έναν συμπατριώτη μας που οδηγήθηκε στον θάνατο ψυχρά και θεσμικά.
- Του Γιάννη Χ. Κουριαννίδη*
Σχεδόν μεθοδικά, θα μπορούσαμε να πούμε! Εναν κτηνοτρόφο, που δεν άντεξε όταν του πήραν τα πάντα και μετά του ζήτησαν απλώς να… περιμένει! Πάνω από τη θανάτωση του κοπαδιού του, όμως, του στέρησαν την προοπτική να σταθεί όρθιος. Κι όταν κατέρρευσε, τότε μίλησαν για μια «προσωπική απόφαση»!
Μην αναγνωρίζοντας πως υπήρξαν κάποιοι άλλοι που δημιούργησαν το κενό κάτω από τα πόδια του. Την ακέραια ευθύνη γι’ αυτήν την τραγική εξέλιξη φέρουν το κράτος και οι δομές του, δηλαδή το αρμόδιο υπουργείο και οι κτηνιατρικές υπηρεσίες. Οχι γιατί εφάρμοσαν μέτρα μιας αμφιλεγόμενης «υγειονομικής προστασίας», αλλά γιατί τα εφάρμοσαν με τον πιο απάνθρωπο και ανεύθυνο τρόπο. Με πρωτόκολλα που αντιμετωπίζουν την ανθρώπινη ζωή ως παράπλευρη απώλεια, αλλά και με αποφάσεις που δεν συνοδεύονται από ουσιαστικά μέτρα στήριξης για εκείνους που θα κληθούν να πληρώσουν το όποιο κόστος από την εφαρμογή τους!
Για έναν κτηνοτρόφο τα ζώα του είναι κεφάλαιο ζωής, μόχθος καθημερινός, το ίδιο το παρόν και το μέλλον του. Αυτό δεν γίνεται αντιληπτό από τους γραφειοκράτες των υπηρεσιών που, όταν διατάζουν την εξόντωσή τους, χωρίς άμεση, δίκαιη και επαρκή αποζημίωση, ουσιαστικά καταδικάζουν ανθρώπους σε οικονομική αλλά και ψυχική εξόντωση. Οι όποιες «αποζημιώσεις» είτε δεν επαρκούν είτε χάνονται στον λαβύρινθο της γραφειοκρατίας και κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει πώς θα ζήσει ένας άνθρωπος αξιοπρεπώς μέχρι την «ολοκλήρωση των διαδικασιών».
Η εγκατάλειψη της υπαίθρου, εδώ και δεκαετίες, με τις υποστελεχωμένες υπηρεσίες και την ανύπαρκτη ψυχοκοινωνική στήριξη, έχει ως συνέπεια το να αντιμετωπίζονται οι κτηνοτρόφοι (και οι αγρότες γενικότερα) ως «αναγκαίο κακό» και όχι ως άνθρωποι που κρατούν ζωντανή την περιφέρεια και την επισιτιστική ασφάλεια της πατρίδας. Κι όταν ξεσπάσει μια κρίση, τότε το κράτος επιβάλλει, διατάζει και ελέγχει με το μαστίγιο στο χέρι, χωρίς να ακούει, να βλέπει, να συμπαραστέκεται. Μέχρι που κάποιος λυγίζει υπό το βάρος της κυβερνητικής αναλγησίας.
Και ύστερα έρχεται η κοινωνική υποκρισία και κάποιες λίγες δηλώσεις «βαθιάς θλίψης», μερικά δημοσιεύματα, αναρτήσεις συμπόνοιας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μετά η… σιωπή. Η είδηση ξεθωριάζει σύντομα, γιατί δεν αφορά τους πολλούς και στην προκειμένη περίπτωση ακόμη πιο γρήγορα, αφού συνέβη μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Η κοινωνία ξεχνά γρήγορα, γιατί η μνήμη απαιτεί ευθύνη. Και η ευθύνη για τους πολλούς είναι άβολη. Είναι πολύ πιο εύκολο να μιλήσουμε για «ατομική ευθύνη», παρά να παραδεχτούμε ότι ολόκληρο το σύστημα νοσεί σπρώχνοντας ανθρώπους σε αδιέξοδα. Ετσι προσπερνάμε το πρόβλημα, αντί να απαιτούμε και να επιδιώκουμε την επίλυσή του.
Ο συμπατριώτης μας κτηνοτρόφος στη Βροντού της Πιερίας δεν αυτοκτόνησε. Τον «αυτοκτόνησαν» με την αδιαφορία, τη γραφειοκρατία, τα απάνθρωπα πρωτόκολλα ενός κράτους που ξέρει να τιμωρεί, αλλά όχι να προστατεύει και να συμπαρίσταται. Κι αν η ιστορία αυτή ξεχαστεί όπως τόσες άλλες, τότε το έγκλημα αυτό σύντομα θα επαναληφθεί. Γιατί μια κοινωνία που συνηθίζει τέτοιους θανάτους, τότε, αργά ή γρήγορα, θα καταντήσει να τους θεωρεί πλέον φυσιολογικούς. Και τότε κανείς μας δεν θα είναι ποτέ πραγματικά ασφαλής.
*Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»

