Αν το περιβαλλοντικό, κοινωνικό, χωρικό και εθνικό κόστος το επωμίζονται οι Έλληνες, ενώ το όφελος διαχέεται στο εξωτερικό, αυτοί που τελικά επωφελούνται είναι οι πολυεθνικές και οι ολιγάρχες στους οποίους η Ν.Δ. πούλησε τα πάντα
Δεν είναι μια απλή πολιτική. Δεν είναι ακόμα ένα νομοσχέδιο που θα περάσει και θα ξεχαστεί. Αυτό που συντελείται σήμερα στην Ελλάδα είναι μια βαθιά, συστημική μεταμόρφωση, μια αναδιάταξη που αφορά ταυτόχρονα τον χώρο, τη χώρα, την οικονομία, την κοινωνία, το έθνος και τελικά την ίδια την έννοια της ζωής σε αυτόν τον τόπο. Το Πάσχα που οι Ελληνες ήταν στον Επιτάφιο και στην Ανάσταση η κυβέρνηση της Ν.Δ. πέρασε ένα νομοσχέδιο για την επέκταση των ΑΠΕ.
Οι τίτλοι μιλούν για «πρόοδο», «εκσυγχρονισμό», «ευρωπαϊκή σύγκλιση», «πράσινη ανάπτυξη». Η πραγματικότητα όμως διηγείται την ιστορία μιας Ελλάδας που πουλιέται με το κομμάτι, τη λεηλασία των ευρωπαϊκών κονδυλίων και τον διωγμό των Ελλήνων μέσω της υπερφορολόγησης, που τελικά γίνεται επίδομα και «συμπερίληψη» του Αχμέτ. Η καθημερινότητα γίνεται όλο και δυσκολότερη.
Το κόστος ζωής αυξάνεται επειδή αυξάνεται το κόστος της ενέργειας. Οι μικρές επιχειρήσεις εξαφανίζονται. Η αγροτική παραγωγή εξαϋλώνεται. Οι νέοι μεταναστεύουν μαζικά στο εξωτερικό και αμέσως αντικαθιστώνται από αλλοεθνείς. Η περιφέρεια ερημώνει. Ολόκληρες περιοχές χάνουν τον πληθυσμό τους. Οκτώ ευρώ το κιλό το κόστος λαδιού στο χωράφι, τέσσερα ευρώ τιμή πώλησης στο λιοτρίβι. Και ενώ οι Ελληνες φεύγουν, ο χώρος δεν μένει κενός.
Η ιδιοκτησία αλλάζει χέρια, αγοράζεται μαζικά από τους ξένους. Ο χώρος γεμίζει με ξενοδοχεία, εγκαταστάσεις και φαραωνικά επενδυτικά σχέδια. Οι Ισραηλινοί θα μετατρέψουν την όμορφη παραλία μεταξύ Μεσσήνης και Καλαμάτας σε Benidorm. Τα βουνά μετατρέπονται σε κρανίου τόπο για να φυτρώσουν ανεμογεννήτριες. Χωράφια που κάποτε παρήγαγαν τροφή καλύπτονται από πάνελ. Νησιά αλλάζουν χαρακτήρα. Η έννοια της «εθνικής κυριαρχίας» επαναπροσδιορίζεται. Η Ν.Δ. ξεπουλάει το φυσικό, πολιτιστικό και ιστορικό τοπίο στους ξένους. Αυτό που συντελείται είναι η αλλαγή της ταυτότητας της χώρας τόσο γρήγορα, που δεν επιτρέπει στους Ελληνες να την επεξεργαστούν.
Οταν ένα σημαντικό μέρος των επενδύσεων και της ενεργειακής δραστηριότητας κατευθύνεται εκτός Ελλάδας, τότε γεννάται μία απλή διαπίστωση: Αν το περιβαλλοντικό, κοινωνικό, χωρικό και εθνικό κόστος το επωμίζονται οι Ελληνες ενώ το όφελος διαχέεται στο εξωτερικό, αυτοί που τελικά επωφελούνται είναι οι πολυεθνικές και οι ολιγάρχες στους οποίους η Ν.Δ. πούλησε τα πάντα. Αυτή η θέση δεν είναι ιδεολογική. Είναι η πραγματικότητα.
Οι λογαριασμοί ρεύματος με αέρα και ήλιο είναι τρεις φορές ακριβότεροι για την ίδια κατανάλωση από τότε που η ΔΕΗ έκαιγε λιγνίτη. Αυτή η κατάσταση συνδέεται άμεσα με την εμπειρία που βιώνει η κοινωνία, την αίσθηση δηλαδή ότι η Ν.Δ. λειτουργεί ως κυβέρνηση Α.Ε. Η σημερινή φτωχοποίηση δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι η αδυναμία επτακοσίων χιλιάδων νέων Ελλήνων να παραμείνουν στον τόπο τους. Είναι η αγωνία μιας οικογένειας να καλύψει τα βασικά έξοδα. Είναι η σταδιακή απώλεια της περιουσίας από την υπερφορολόγηση και τα τεκμαρτά εισοδήματα, είναι η απουσία ασφάλειας, μέλλοντος, προοπτικής για τους Ελληνες.
Η κυβερνητική προπαγάνδα εμφανίζει μια χώρα που «αναπτύσσεται», ενώ στην πραγματικότητα η Ελλάδα ξεπουλιέται στους ξένους και ταυτόχρονα οι πολιτικοί ροκανίζουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Η Ν.Δ. έχει διαμορφώσει ένα νέο μοντέλο όπου οι Ελληνες διώκονται, η κοινωνική συνοχή μειώνεται, η «πρόοδος» δεν κατανέμεται στους Ελληνες αλλά χορηγείται σε ξένους και ολιγάρχες, και αυτό το μοντέλο «ανάπτυξης» είναι συνειδητή πολιτική επιλογή.
Εδώ όμως βρίσκεται ο πιο βαθύς κίνδυνος επειδή επιχειρείται η αλλαγή της χώρας χωρίς τους Ελληνες, μετατρέποντάς την σε οικονομικό χώρο που δεν κατοικείται όπως παλιά, ούτε θα παραμείνει ο ίδιος γεωγραφικά, εθνολογικά και κοινωνικά. Αυτή είναι μια διαδικασία που άρχισε εδώ και επτά χρόνια. Αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως «μετάβαση» θα καταγραφεί αύριο ως η περίοδος κατά την οποία οι Ελληνες έχασαν σταδιακά τον έλεγχο της χώρας τους χωρίς να το συνειδητοποιήσουν.
*Διδάκτωρ Φυσικής του πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, UK, τ. διευθυντής Ερευνών του
Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών


