Η τωρινή κατάσταση ανάμεσα στις ΗΠΑ και στο Ιράν θυμίζει περισσότερο προθάλαμο κρίσης, παρά προσπάθεια ειρήνευσης, ενώ οι Βρυξέλλες αυξάνουν την πολιτική πίεση και τις κυρώσεις
«Η υπέρτατη τέχνη του πολέμου είναι να υποτάξεις τον εχθρό χωρίς μάχη» έγραφε ο Σουν Τζου στην «Τέχνη του πολέμου». Στη σημερινή Μέση Ανατολή, όμως, η σοφία αυτή δοκιμάζεται επικίνδυνα, καθώς η διπλωματία, η στρατιωτική απειλή και οι γεωπολιτικοί υπολογισμοί συγκρούονται πάνω σε ένα επικίνδυνα τεντωμένο σχοινί.
- Από τον Γιώργο Τραπεζιώτη
Ο Λευκός Οίκος του Ντόναλντ Τραμπ εκπέμπει αντιφατικά σήματα προς το Ιράν, η Ευρωπαϊκή Ενωση υψώνει τον τόνο των κυρώσεων και της πολιτικής πίεσης, ενώ η Τεχεράνη απαντά με στρατιωτική ετοιμότητα και σκληρή ρητορική. Οσο για το σκηνικό; Θυμίζει περισσότερο προθάλαμο κρίσης, παρά προσπάθεια ειρήνευσης.
Σύμφωνα με το Axios, η Ουάσινγκτον βρίσκεται στο επίκεντρο έντονων διαβουλεύσεων, με Ισραηλινούς αξιωματούχους να μεταφέρουν στους Αμερικανούς συνομιλητές τους πληροφορίες και εκτιμήσεις για πιθανούς στόχους στο Ιράν. Την ίδια ώρα η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να κρατήσει αποστάσεις από ένα ενδεχόμενο πολεμικό σπιράλ. Ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν φέρεται ότι διαβεβαίωσε τον Ιρανό πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν ότι το Ριάντ δεν θα επιτρέψει τη χρήση του εδάφους του ως βάση επίθεσης, όπως μετέδωσε το πρακτορείο SPA.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει την ίδια την αμφιθυμία του Ντόναλντ Τραμπ: από τη μία πλευρά στρατιωτικά σήματα αποτροπής και από την άλλη η διακηρυγμένη επιθυμία να αποφευχθεί μια άμεση σύγκρουση. Μπλόφα ή προετοιμασία; Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό και επικίνδυνα επίκαιρο. Στο ευρωπαϊκό μέτωπο, οι Βρυξέλλες σκληραίνουν τη στάση τους, επιλέγοντας την οδό της πολιτικής πίεσης και των κυρώσεων. Σε κοινή γραμμή, η Ε.Ε. ενισχύει το πλαίσιο μέτρων κατά της Τεχεράνης και επαναφέρει δυναμικά τον πολιτικό χαρακτηρισμό των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) ως τρομοκρατικής δύναμης, λόγω του πρωταγωνιστικού τους ρόλου στην αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων.
Η ύπατη εκπρόσωπος Κάγια Κάλας ξεκαθάρισε ότι «η περιοχή δεν χρειάζεται άλλον πόλεμο», αποφεύγοντας τη στρατιωτική εμπλοκή, αλλά ταυτόχρονα τοποθέτησε -σε πολιτικό και ηθικό επίπεδο- το IRGC στο ίδιο κάδρο με οργανώσεις όπως το Daesh, η Χαμάς και η Αλ Κάιντα. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, από την πλευρά της, μίλησε ανοιχτά για «τρομοκρατικό καθεστώς που πνίγει στο αίμα τις φωνές του λαού του», δείχνοντας ότι η Ε.Ε. ευθυγραμμίζεται με ΗΠΑ, Καναδά και Αυστραλία στην επιβολή πίεσης, χωρίς όμως να αναλαμβάνει στρατιωτικό ρίσκο. Η Τεχεράνη αντέδρασε, βέβαια, οργισμένα σε όλα αυτά. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, που ετοιμάζεται να ταξιδέψει σήμερα στην Τουρκία, καθώς η Αγκυρα επιθυμεί να διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή και σε αυτή την κρίση, χαρακτήρισε την ευρωπαϊκή στάση «στρατηγικό λάθος».
Κατηγορώντας παράλληλα τις Βρυξέλλες ότι υποδαυλίζουν την ένταση, την ώρα που -όπως υπαινίχθηκε- άλλοι περιφερειακοί παίκτες, με σαφή αναφορά στη Σαουδική Αραβία, προσπαθούν να αποτρέψουν μια γενικευμένη ανάφλεξη. Ακόμα πιο σκληρός εμφανίστηκε ο Ιρανός αντιπρόεδρος Μοχάμαντ Ρεζά Αρέφ, ο οποίος, σύμφωνα με το ISNA, προειδοποίησε ότι η χώρα του «πρέπει να είναι έτοιμη για πόλεμο» και θα υπερασπιστεί τον εαυτό της «με ισχύ».
«Χαιρετίζει» το Ισραήλ
Μέσα σε αυτό το κλίμα το Ισραήλ βλέπει λόγους να αισιοδοξεί. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ χαιρέτισε μέσω Χ την «ιστορική» απόφαση της Ε.Ε., αποδίδοντάς την στην εντατική ισραηλινή διπλωματική πίεση. Η μεγάλη εικόνα, ωστόσο, παραμένει ανησυχητική. Οι ΗΠΑ ισορροπούν επικίνδυνα ανάμεσα στη ρητορική ισχύος και την πραγματική δράση, η Ευρωπαϊκή Ενωση επιλέγει την οικονομική και πολιτική ασφυξία αντί των όπλων και το Ιράν δηλώνει έτοιμο να απαντήσει.
Το ενδεχόμενο μιας κλιμάκωσης με σοβαρές επιπτώσεις στην ενέργεια και την παγκόσμια οικονομία δεν είναι θεωρητικό – είναι ορατό. Ισως ο Σουν Τζου να είχε δίκιο: η μεγαλύτερη νίκη έρχεται χωρίς μάχη. Το ερώτημα είναι αν, αυτή τη φορά, υπάρχει ακόμη χώρος για διπλωματία, προτού ξαναμιλήσουν τα όπλα.

