Επιδιώνουν να αντικαταστήσουν τον ορθόδοξο θρησκευτικό, που παραπέμπει στην Αγία, Ομοούσιο και Αδιαίρετο Τριάδα, με τον πολιτικό όρκο
Η εφημερίδα μας αποκάλυψε πρώτη στις 17 Ιανουαρίου τις βασικές διατάξεις που πρόκειται να θέσει στον διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση η κυβέρνηση της Ν.Δ., με έμφαση στην επιστροφή του παλαιού καθεστώτος, προ του 2001, του νόμου περί ευθύνης υπουργών (με τη διαγραφή του αμελλητί από το άρθρο 86), της κατάργησης των εξεταστικών και προανακριτικών επιτροπών, των αλλαγών στις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, των ανεξαρτήτων Αρχών κ.ά.
Ανάμεσα στις διατάξεις που αποκαλύψαμε ότι θα τεθούν στον δημόσιο διάλογο προς συζήτηση είναι η κατάργηση του θρησκευτικού όρκου για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η συνταγματική κατοχύρωση του πολιτικού όρκου για την ορκωμοσία του ανώτατου άρχοντος, των υπουργών και των βουλευτών. Το θέμα που τότε συζητείτο στην πρωτόλεια μορφή του, δυστυχώς, έχει συνέχεια. Τέθηκε πλέον και επισήμως σε συσκέψεις υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη αλλά και σε συσκέψεις χωρίς τη συμμετοχή του πρωθυπουργού.
Το σκεπτικό εκείνων που εμμένουν στην κατάργηση του θρησκευτικού όρκου ως μοναδικής δυνατότητας είναι ότι αν διατηρηθεί στο Σύνταγμα αυτή η διάταξη, που υποχρεώνει τον εκάστοτε Πρόεδρο να ορκίζεται εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδας, τότε η Ελληνική Δημοκρατία σηματοδοτεί τον… αποκλεισμό υποψηφίων άλλων δογμάτων και κατά τούτο δεν είναι φιλελεύθερη: Δεν επιθυμεί στο μέλλον να καταλάβει τη θέση του ανώτατου άρχοντος καθολικός, μουσουλμάνος, άθεος ή πιστός άλλου θρησκευτικού δόγματος.
Αποψη εκείνων που υποστηρίζουν αυτή τη διάταξη είναι, πρώτον, ότι η Ν.Δ… δεν θα έχει εκλογικό κόστος από την υιοθέτηση μιας τέτοιας διάταξης, δεύτερον, ότι οι αντιδράσεις που θα έρθουν από τα δεξιά θα είναι περιορισμένες και, τρίτον, ότι οι αντιδράσεις της Εκκλησίας θα είναι σχετικά ήπιες.
Και τούτο διότι η αναθεώρηση δεν ανοίγει ούτε ζήτημα διαχωρισμού κράτους και Εκκλησίας ούτε διαγράφει τον όρο «θρησκευτική συνείδηση» ως αποστολή της παιδείας στην αναθεώρηση του άρθρου 16 (αυτό μένει να αποδειχθεί βεβαίως). Και σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις απόψεις των ίδιων κυβερνητικών στελεχών, η Εκκλησία παρίσταται σε ορκωμοσίες υπουργών όπου τινές επιλέγουν τον πολιτικό όρκο χωρίς εκείνη να δυσφορεί εμφανώς.
Aγωνιώδες σήμα
Αντιθέτως, οι εισηγητές αυτής της άποψης, στελέχη του Μεγάρου Μαξίμου, στις συσκέψεις που έγιναν υπό την προεδρία του υπεύθυνου για την αναθεώρηση υπουργού Εξωτερικών, καθηγητού κ. Γεραπετρίτη (ο οποίος υποστηρίζει αναφανδόν την κατάργηση του όρκου), θεωρούν ότι με τη διάταξη αυτή η Ν.Δ θα… ενισχύσει το… κεντρώο μεταρρυθμιστικό προφίλ της.
Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, όσοι βουλευτές της Ν.Δ. κατέστησαν κοινωνοί της πρόθεσης της κυβέρνησης του εισηγητή της πλειοψηφίας Ευριπίδη Στυλιανίδη, μη εξαιρουμένου, στέλνουν αγωνιώδες σήμα στο Μέγαρο Μαξίμου να μην ανοίξει με την αναθεώρηση ζήτημα κατάργησης του ορθόδοξου θρησκευτικού όρκου, ο οποίος δεν συνδέεται απλώς με την κρατούσα θρησκεία, αλλά με τη συνταγματική μας παράδοση (από την πρώτη Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας) και με την ευρωπαϊκή μας ταυτότητα. Αναπόσπαστο στοιχείο της οποίας είναι ο χριστιανισμός.
Οι ίδιοι βουλευτές υπενθυμίζουν ότι ο βασιλεύς Οθων βαπτίστηκε χριστιανός για να ορκιστεί στο αξίωμά του και ότι ο βασιλεύς Κάρολος βαπτίστηκε αγγλικανός για τον ίδιο λόγο. Για να ορκιστεί βασιλεύς. Ενώ ακόμη και στην Αμερική, της πολιτικής ορθότητας, όλοι οι πρόεδροι ακόμα και οι φιλελεύθεροι δημοκρατικοί, όπως ο Κλίντον, ο Ομπάμα και ο Μπάιντεν, ορκίστηκαν κατά τα καθιερωμένα στη Βίβλο. Τελευταίο αλλά όχι έλασσον επιχείρημα: Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε ψήφισμα της 21ης Ιανουαρίου θεωρεί τον χριστιανισμό τη θρησκεία με τους περισσότερους διωγμούς στον κόσμο και τονίζει ότι είναι απαράδεκτο να μην έχει διοριστεί μέχρι στιγμής Ευρωπαίος συντονιστής κατά της χριστιανοφοβίας, όταν η Κομισιόν έχει ήδη διορίσει συντονιστή για την ισλαμοφοβία.
Το θέμα της κατάργησης του θρησκευτικού όρκου του Προέδρου της Δημοκρατίας παρακολουθεί στενά ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος αποστέλλει ως εκπρόσωπό του στις συσκέψεις που γίνονται στον γενικό γραμματέα της κυβέρνησης, συνταγματολόγο Στέλιο Κουτνατζή για να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την πορεία του διαλόγου και τις εσωκομματικές αντιδράσεις.
Ο κύριος πρωθυπουργός, αν και δηλώνει άθεος σε ιδιωτικές συναθροίσεις, εμφανίζεται αυτήν τη φορά πολύ σκεπτικός για το αν πρέπει να ανοίξει ζήτημα κατάργησης του θρησκευτικού όρκου υπό το φως των απωλειών που είχε η Ν.Δ. με τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Από την άλλη, όμως, πρέπει κανείς να αναμένει τις τελικές του αποφάσεις για έναν απλό λόγο. Κατά το γνωστό ανέκδοτο «είναι η φύση του σκορπιού τέτοια». Στο τέλος τσιμπάει το «θύμα» του, ακόμα και αν γνωρίζει ότι το αποτέλεσμα μπορεί να αποβεί εις βάρος του. Η αδυναμία της αντιπολίτευσης, της οποίας η αριστερή συνιστώσα συμφωνεί με την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου, είναι μεγάλος πειρασμός για να το αποπειραθεί.


