Η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να ενισχύει τις διμερείς και τριμερείς συνεργασίες της με όλους τους εταίρους της
- Του Δημήτρη Αβραμόπουλου,
πρ. Ευρωπαίου επιτρόπου ΥΠΕΞ, ΥΕΘΑ
Η συζήτηση που άνοιξε γύρω από ένα προτεινόμενο σχήμα συνεργασίας μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδας, Κύπρου και Ινδίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους επικοινωνιακούς ή συγκυριακούς. Η Ελλάδα δεν είναι χώρα που ακολουθεί, αλλά χώρα που σταθμίζει, αξιολογεί και αποφασίζει με βάση το μακροπρόθεσμο εθνικό της συμφέρον.
Αναμφίβολα, η προοπτική σύνδεσης με την Ινδία, μια ανερχόμενη παγκόσμια δύναμη, παρουσιάζει σημαντικές ευκαιρίες. Η ναυτιλία, οι υποδομές, οι νέες τεχνολογίες, η άμυνα και οι εφοδιαστικές αλυσίδες αποτελούν τομείς όπου μπορεί να αναπτυχθεί μια γόνιμη συνεργασία. Η ήδη διαμορφωμένη τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ έχει αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως πλαίσιο σταθερότητας και ανάπτυξης στην ανατολική Μεσόγειο.
Ωστόσο, άλλο πράγμα η συνεργασία και άλλο η συγκρότηση ενός αντιληπτού γεωπολιτικού άξονα. Η Ελλάδα διαχρονικά ασκεί πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, διατηρώντας σχέσεις εμπιστοσύνης τόσο με τη Δύση όσο και με τον αραβικό κόσμο, αλλά και με χώρες της Ασίας. Η μετατροπή ενός σχήματος οικονομικής και τεχνολογικής συνεργασίας σε πολιτικοστρατιωτική ευθυγράμμιση θα μπορούσε να διαταράξει αυτή την ισορροπία.
Η εμπλοκή της Ινδίας εισάγει μια νέα γεωπολιτική διάσταση. Οι ανταγωνισμοί της με το Πακιστάν και την Κίνα, αλλά και οι ευρύτερες ισορροπίες στον Ινδο-ειρηνικό δεν συνδέονται άμεσα με το ελληνικό στρατηγικό περιβάλλον. Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να εμφανιστεί -έστω και συμβολικά- ως μέρος αυτών των ανταγωνισμών. Κάθε τέτοια εντύπωση θα μπορούσε να δημιουργήσει άσκοπες τριβές και να διευρύνει το πεδίο των προκλήσεων που ήδη αντιμετωπίζουμε στην ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, δεν πρέπει να αγνοείται η ευρύτερη εικόνα στη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια στην οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης με τον αραβικό κόσμο, αναδεικνυόμενη ως αξιόπιστος συνομιλητής και γέφυρα συνεννόησης. Η ένταξη σε ένα σχήμα που θα εκληφθεί ως αποκλειστικός άξονας θα μπορούσε να περιορίσει αυτόν τον ρόλο.
Υπάρχει και ακόμα ένας κίνδυνος: η στρατηγική υπερέκθεση. Η χώρα μας αντιμετωπίζει ήδη ένα σύνθετο περιβάλλον ασφάλειας στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. Η προσθήκη ενός νέου γεωπολιτικού βάρους, που δεν συνδέεται άμεσα με τα άμεσα εθνικά μας ζητήματα, μπορεί να οδηγήσει σε διάχυση διπλωματικού και αμυντικού κεφαλαίου.
Η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να ενισχύει τις διμερείς και τριμερείς συνεργασίες της με όλους τους εταίρους που προάγουν τη σταθερότητα και την ανάπτυξη. Αυτό όμως πρέπει να γίνεται με σαφή οριοθέτηση στόχων και χωρίς τη δημιουργία εντυπώσεων περί συγκρότησης αντιπαραθετικών μπλοκ.
Η δύναμη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ήταν πάντοτε η ισορροπία, η αξιοπιστία και η ικανότητα να λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ περιοχών και πολιτισμών. Σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς ρευστότητας, η νηφαλιότητα και η προσοχή δεν αποτελούν ένδειξη αδυναμίας, αλλά προϋπόθεση στρατηγικής ωριμότητας.
Πριν από οποιαδήποτε νέα θεσμοποίηση πολυμερών σχημάτων, απαιτείται μια συνολική αξιολόγηση κόστους και οφέλους. Η Ελλάδα πρέπει να συμμετέχει εκεί όπου ενισχύονται η ασφάλεια, η ευημερία και η διεθνής της θέση, χωρίς να υπονομεύεται η στρατηγική της αυτονομία.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι πεδίο συμβολισμών. Είναι πεδίο ευθύνης. Και σε αυτό το πεδίο η Ελλάδα οφείλει να παραμένει δύναμη σταθερότητας, διαλόγου και σύνθεσης.


