Επί τρεις μέρες, μόλις σταματούσα στο φανάρι, άκουγα μια σφυρίχτρα να σφυρίζει: «Τα-τα-τάα-τάα-τα». Φυσικά, παραξενεύτηκα και προσπάθησα να εντοπίσω τον τροχονόμο που σφύριζε με τέτοιο τέμπο, αλλά άναβε το φανάρι και υποχρεωτικά πατούσα γκάζι κι έφευγα προς το Καραϊσκάκη.
Την τέταρτη μέρα, πριν φθάσω στο φανάρι, πάρκαρα και, περπατώντας, ακολούθησα τον ήχο της σφυρίχτρας: «Τα-τα-τάα-τάα-τα» και, με οδηγό το σφύριγμα, έφθασα στα κιγκλιδώματα της αυλής των σχολείων, στην οδό Τζαβέλα, στον Πειραιά.
Αλήθεια, γιατί έχουν κάγκελα τα σχολεία γύρω γύρω; Μήπως για να μοιάζουν με φυλακές; Τέλος πάντων, βρέθηκα εκεί και είδα ότι η σφυρίχτρα βρισκόταν στο στόμα του γυμναστή που έδινε το τέμπο για το βάδην των μαθητών και των μαθητριών, πιθανότατα εν όψει της παρέλασης της 25ης Μαρτίου!
Και κόλλησα και δεν ήθελα να φύγω! Για μια στιγμή βρέθηκα εκεί, σημαιοφόρος, με δίπλα μου τη Ρόζα την Κυπραίου και τη Θεοδώρα την Καραγιαλάνη και πίσω, παραστάτη, τον Γιάννη Συναρέλη. Και πιο πίσω, σε τριάδες, η Ρένα Μονοκρούσου, η Παναγιώτα Χατζησάββα, η Ελένη Καραμίδα, ο Παναγιώτης Παναγιωτίδης, ο Τάκης Παπαντωνίου, ο Μανώλης Χατζηδάκης, ο Στάθης Σταυριανός, Ο Κώστας Χατζηπέτρου, ο Νίκος Ασημακόπουλος, ο Βαγγέλης Σταυρινός, ο Φάνης Κολυμάντζος, η Ελένη Δουμένη, η Χρυσούλα Πλατάνη, η Θεοδώρα Δαρδαροπούλου, η Λέλα Βογιατζή. Και στη θέση του γυμναστή έβλεπα τη γυμνάστριά μας, η κυρία Αγγελική Τζανέλη, μια πανέμορφη, ψηλή, μελαχρινή γυναίκα, που ο πατέρας μου της έλεγε «Αγελλικούλα ζάχαρη-, Αγγελικούλα μέλι». Και κάπου στο βάθος είδα τη μάνα μου, άγρυπνο φρουρό ακόμα και στις «πρόβες», να σημειώνει τυχόν ατέλειες, για να τις επισημάνει στη δασκάλα κατ’ ιδίαν, ώστε στην παρέλαση «το σχολείο μας να είναι το πιο όμορφο και το πιο σωστό στον βηματισμό»…
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί, να βλέπω εμένα και τους συμμαθητές μου να κάνουμε «πρόβα» για την παρέλαση. Και, φυσικά, εκτός από το «τα-τα-τάα-τάα-τα» της σφυρίχτρας και το χτύπημα των ποδιών μας στο χαλίκι, τραγουδούσαμε όλοι μαζί. Πότε «Μακεδονία ξακουστή», πότε «Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν», πότε «Κι ο κλέφτης ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει». Και δώσ’ του «ένα το δεξί – δύο τ’ αριστερό» και «στροφή της κεφαλής δεξιά».
Με ξύπνησε η φωνή του φίλου μου του Κώστα που πήγαινε να πάρει τσιγάρα από το κιόσκι παρακάτω. «Τι έγινε; Πώς από δω;»
Κατάλαβα ότι είχα περάσει «αλλού» για κάποιες στιγμές, χαιρέτησα τον φίλο μου και περπάτησα μέχρι το αυτοκίνητο…
Γύρισα το κλειδί και, ψάχνοντας, έβαλα το CD στο μηχάνημα. Από τον Πειραιά ως το Καλλιμάρμαρο άκουγα συνεχώς τον «Τσάμικο» του Χατζιδάκι, σε στίχους Νίκου Γκάτσου, με τον Μανώλη Μητσιά. «Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς»…
Από τη στήλη «Ακίς» της «Δημοκρατίας»


