Συγκλονίζει η κατάθεση της κόρης του Μαραντόνα
Ένας από τους γιατρούς που παρακολουθούσε τον Ντιέγκο Μαραντόνα, τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασκούσε πίεση στην οικογένεια, ώστε ο διάσημος Αργεντινός να αναρρώσει στο σπίτι αντί σε κλινική αποκατάστασης, μια απόφαση που αποδείχθηκε μοιραία. Αυτό κατέθεσε η κόρη του, Τζάνα Μαραντόνα, στη δίκη που εξετάζει τις συνθήκες του θανάτου του.
Η 30χρονη, που αναγνωρίστηκε από τον πατέρα της το 2014, περιέγραψε τη συνάντηση της οικογένειας με τους γιατρούς στις αρχές Νοεμβρίου 2020, λίγο μετά τη νευροχειρουργική επέμβαση για υποσκληρίδιο αιμάτωμα.
Ο διευθυντής της κλινικής εισηγείτο τη μεταφορά του ασθενούς σε μονάδα αποκατάστασης, ωστόσο ο κατηγορούμενος Λεοπόλντο Λούκε είχε διαφορετική άποψη. Σύμφωνα με την Τζάνα, ο γιατρός απέρριψε την επιλογή αυτή ως παράλογη, επικαλούμενος τη θέληση του ίδιου του Μαραντόνα και υποστηρίζοντας ότι η κλινική απλώς θα εκμεταλλευόταν δημοσιότητα εις βάρος του.
Αντ’ αυτού, ο Λούκε παρουσίασε τη νοσηλεία στο σπίτι ως την καλύτερη λύση. Η οικογένεια θα είχε ελεύθερη πρόσβαση, ο ασθενής θα λάμβανε φροντίδα «24 ώρες το 24ωρο» ισάξια με αυτή της κλινικής, σε ένα οικείο και άνετο περιβάλλον. Η οικογένεια πείστηκε.
Ο Μαραντόνα πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 2020, σε ηλικία 60 ετών, από καρδιοαναπνευστική ανακοπή με συνοδό πνευμονικό οίδημα, μόνος στο ενοικιαζόμενο σπίτι στο Τίγκρε, βόρεια του Μπουένος Άιρες. Ιατροδικαστές που κατέθεσαν στη δίκη εκτίμησαν ότι υπέφερε για περίπου 12 ώρες πριν η νοσοκόμα της πρωινής βάρδιας διαπιστώσει τον θάνατό του.
Στο εδώλιο βρίσκονται συνολικά επτά επαγγελματίες υγείας, ανάμεσά τους γιατροί, ψυχίατρος, ψυχολόγος και νοσηλευτές, που αντιμετωπίζουν κατηγορίες αμέλειας με ενδεχόμενη ποινή έως 25 ετών κάθειρξης. Η δίκη διεξάγεται στο Σαν Ισίδρο και είναι η δεύτερη στη σειρά, καθώς η προηγούμενη, το 2025, διακόπηκε οριστικά λόγω εξαίρεσης μίας εκ των δικαστών.
Η Τζάνα κατέθεσε με δάκρυα και οργή, παραδεχόμενη ότι εκείνη την εποχή η απόφαση φαινόταν λογική: «Μου είπαν ότι θα ήταν σοβαρή νοσηλεία. Τους εμπιστευόμουν. Ο Λούκε ήταν ένας γιατρός στον οποίο ο πατέρας μου είχε εμπιστοσύνη».
