Σε εξέλιξη βρίσκεται μια παγκόσμια επιστημονική συζήτηση που υπόσχεται να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται, διαγιγνώσκεται και αντιμετωπίζεται η παχυσαρκία. Σύμφωνα με ενημέρωση της Θεραπευτικής Κλινικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), την οποία υπογράφουν η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου, το παραδοσιακό εργαλείο του Δείκτη Μάζας Σώματος (BMI) δεν θεωρείται πλέον επαρκές.
Αφορμή για την ένταση της αντιπαράθεσης στάθηκε πρόσφατο άρθρο στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό JAMA, το οποίο αναδεικνύει την πρόταση μιας διεθνούς επιτροπής ειδικών για την εισαγωγή ενός εντελώς νέου διαγνωστικού πλαισίου.
Τα τυφλά σημεία του BMI και οι δύο νέες κατηγορίες
Αν και ο BMI (βάρος προς ύψος) παραμένει ένα εύχρηστο και γρήγορο εργαλείο για την πρωτοβάθμια φροντίδα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι αποτυγχάνει να δείξει τη σύσταση του σώματος, το πού εντοπίζεται το λίπος και, κυρίως, ποιες είναι οι πραγματικές επιπτώσεις στην υγεία του κάθε ασθενούς.
Η νέα επιστημονική εισήγηση προτείνει τον διαχωρισμό της πάθησης σε δύο βασικές κατηγορίες, μετατοπίζοντας το βάρος από τη ζυγαριά στην κλινική εικόνα:
«Προκλινική παχυσαρκία»: Αφορά άτομα με αυξημένο σωματικό λίπος, στα οποία όμως δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη σαφείς οργανικές επιπλoκές.
«Κλινική παχυσαρκία»: Αφορά περιπτώσεις όπου η περίσσεια λίπους συνδέεται άμεσα με χρόνια νοσήματα ή δυσλειτουργίες ζωτικών οργάνων, όπως η καρδιακή ανεπάρκεια, η υπέρταση και η αποφρακτική υπνική άπνοια.
Στόχος του νέου αυτού μοντέλου είναι η παροχή πιο εξατομικευμένης και αναλογικής φροντίδας, ώστε να μην λαμβάνουν όλοι οι ασθενείς την ίδια αντιμετώπιση μόνο και μόνο επειδή έχουν το ίδιο βάρος.
Παρά τις καλές προθέσεις, η εισαγωγή του όρου «προκλινική» παχυσαρκία έχει προκαλέσει έντονες ανησυχίες σε μεγάλο μέρος της ιατρικής κοινότητας. Πολλοί ειδικοί προειδοποιούν ότι οι ασφαλιστικοί φορείς ή ακόμη και οι ίδιοι οι γιατροί ενδέχεται να μεταφράσουν τον όρο ως «μη επείγουσα κατάσταση», καθυστερώντας την προληπτική θεραπεία σε ανθρώπους που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο.
Επιπλέον, έντονη είναι η διαφωνία σχετικά με την απουσία του Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 από τα βασικά κριτήρια της κλινικής παχυσαρκίας, καθώς πρόκειται για μια νόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με το βάρος, η οποία μάλιστα μπορεί να οδηγηθεί σε πλήρη ύφεση μέσω της απώλειας κιλών.
Ποιος θα δικαιούται τις νέες θεραπείες;
Η συζήτηση αυτή δεν είναι μόνο θεωρητική, αλλά έχει τεράστιες πρακτικές και οικονομικές προεκτάσεις. Με τις σύγχρονες φαρμακευτικές θεραπείες απώλειας βάρους να γίνονται ολοένα και πιο αποτελεσματικές αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά δαπανηρές, ο τελικός ορισμός της νόσου θα καθορίσει:
Ποιοι ασθενείς θα έχουν πρόσβαση σε εξειδικευμένη φαρμακευτική αγωγή.
Ποιες θεραπείες θα αποζημιώνονται από τα δημόσια και ιδιωτικά ασφαλιστικά συστήματα.
Αν ο ορισμός αποδειχθεί πολύ στενός, χιλιάδες άνθρωποι που έχουν ανάγκη θα αποκλειστούν από τη φροντίδα. Αν αντιθέτως είναι πολύ ευρύς, τα συστήματα υγείας κινδυνεύουν με οικονομική κατάρρευση.
Οι κλινικοί γιατροί του ΕΚΠΑ καταλήγουν ότι, πέρα από τους αριθμούς και τους δείκτες, η παχυσαρκία πρέπει να αντιμετωπίζεται στην ανθρώπινη διάστασή της, αξιολογώντας πώς επηρεάζει την καθημερινή κίνηση, τον ύπνο, την ψυχολογία και τη συνολική ποιότητα ζωής του ατόμου. Η εύρεση μιας χρυσής τομής ανάμεσα στην επιστημονική ακρίβεια και την πρακτική εφαρμογή στα ιατρεία αποτελεί το μεγάλο στοίχημα της επόμενης ημέρας.
