Ο Καναδάς και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται επισήμως σε εμπορικό πόλεμο. Τον περασμένο μήνα ο Μαρκ Κάρνεϊ ανακάλεσε από την Ουάσινγκτον την καναδική διαπραγματευτική ομάδα και από την Τρίτη τέθηκαν σε ισχύ οι ανταποδοτικοί δασμοί.
- Του Εμμανουήλ Μπέζα*
Για όποιον παρακολουθεί την πορεία του, η αντίδραση δεν αποτελεί έκπληξη. Εδώ και χρόνια περιγράφει τη μετάβαση από την αμερικανοκεντρική τάξη σε έναν περισσότερο πολυπολικό κόσμο και τώρα, στην πιο δύσκολη ίσως στιγμή για τον Καναδά, εφαρμόζει τη θεωρία του στην πράξη.
Η στρατηγική του Κάρνεϊ
Η στρατηγική του αναπτύσσεται σε τρεις άξονες: διαφοροποίηση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων, ενίσχυση του παραγωγικού μοντέλου με έμφαση στον φυσικό πλούτο και εκσυγχρονισμός και αναπροσανατολισμός των υποδομών και των δικτύων μεταφορών προς τις αγορές της Ευρώπης και της Ασίας.
Ο πρώτος άξονας αφορά τη μείωση της εξάρτησης από την αμερικανική αγορά, προς την οποία κατευθύνεται περίπου το 70% των καναδικών εξαγωγών. Μέσα στον τελευταίο χρόνο η κυβέρνηση Κάρνεϊ έχει υπογράψει περισσότερες από 20 συμφωνίες εμπορικής, οικονομικής και αμυντικής συνεργασίας σε διαφορετικές ηπείρους, ενώ οι 15 συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου που έχει σήμερα σε ισχύ ο Καναδάς προσφέρουν στις καναδικές επιχειρήσεις προνομιακή πρόσβαση σε αγορές περίπου 1,5 δισ. καταναλωτών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επαναπροσέγγιση με το Πεκίνο. Η επίσκεψη Κάρνεϊ τον Ιανουάριο, η πρώτη Καναδού πρωθυπουργού στην Κίνα από το 2017, οδήγησε σε νέα στρατηγική εταιρική σχέση. Η Κίνα είναι ήδη ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Καναδά. Παρά τους γεωπολιτικούς περιορισμούς αποτελεί τη μόνη αγορά με μέγεθος ικανό να αντισταθμίσει ουσιαστικά, έστω εν μέρει, το τεράστιο βάρος της αμερικανικής.
Σε σχέση με τον δεύτερο άξονα, ο ίδιος ο Κάρνεϊ έχει δηλώσει ότι «μια χώρα που δεν μπορεί να θρέψει, να τροφοδοτήσει ενεργειακά ή να υπερασπιστεί τον εαυτό της έχει λίγες επιλογές», θέτοντας ως στόχο την ανάδειξη του Καναδά σε «ενεργειακή υπερδύναμη». LNG, πυρηνική ενέργεια, ουράνιο και κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες τίθενται στο προσκήνιο. Ο σχεδιασμός προβλέπει, μεταξύ άλλων, διπλασιασμό της δυναμικότητας του ηλεκτρικού δικτύου έως το 2050 και περαιτέρω ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας. Μόνο στα κρίσιμα ορυκτά έχουν υπογραφεί 56 συμφωνίες με περισσότερες από 10 χώρες, που συνδέονται με κεφάλαια άνω των 18 δισ. καναδικών δολαρίων.
Ο τρίτος άξονας αφορά την οικονομική γεωγραφία της χώρας. Στο Major Projects Office έχουν ήδη ενταχθεί 27 έργα και στρατηγικές εθνικής σημασίας, που συνδέονται με περίπου 192 δισ. καναδικά δολάρια νέων επενδύσεων. Η λογική είναι απλή: δεν μπορεί να υπάρξει διαφοροποίηση του εμπορίου χωρίς διαφοροποίηση των υποδομών. Νέοι ενεργειακοί και μεταφορικοί διάδρομοι, από τον υπό σχεδιασμό αγωγό από την Αλμπέρτα προς τη δυτική ακτή έως την αναβάθμιση του λιμένα του Churchill, επιχειρούν να δημιουργήσουν νέες εξόδους για την καναδική οικονομία προς τις αγορές της Ασίας και της Ευρώπης. Πρόκειται, ουσιαστικά, για έναν αναπροσανατολισμό της καναδικής οικονομίας
Η ρήξη με τις ΗΠΑ
Σύμφωνα με τον Καναδό πρωθυπουργό, τις τελευταίες ώρες των διαπραγματεύσεων η Ουάσινγκτον πρόσθεσε απαιτήσεις που ξεπερνούσαν τους δασμούς: περιορισμούς στην ελευθερία του Καναδά να συνάπτει εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες, αλλά και όρους που περιόριζαν την προστασία της γαλλικής γλώσσας και του καναδικού πολιτισμού. Η διαπραγμάτευση είχε πλέον μετατραπεί σε ζήτημα κυριαρχίας. «Δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτά που προσφέρουν και δεν θα δώσουμε αυτά που ζητούν» δήλωσε ο Κάρνεϊ.
Αυτό είναι το βαθύτερο σημείο της σύγκρουσης. Οι ΗΠΑ, αντιμετωπίζοντας το δυτικό ημισφαίριο ως προνομιακό χώρο αμερικανικής ισχύος, επιχείρησαν να μετατρέψουν την τεράστια οικονομική ασυμμετρία σε πολιτική επιρροή. Ο Κάρνεϊ αρνήθηκε. Η αντίδρασή του είχε πρωτίστως πατριωτικό χαρακτήρα: εξέφραζε την αντίσταση σε αυτό που μεγάλο μέρος της καναδικής κοινωνίας αντιλαμβάνεται ως αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας. Οι αμερικανικές πιέσεις και οι επανειλημμένες αναφορές του Τραμπ στον Καναδά ως «51η Πολιτεία» ενίσχυσαν αυτή την αντίδραση.
Η οικονομική δυνατότητα των ΗΠΑ να πιέσουν τον Καναδά είναι τεράστια. Τα περιθώρια στρατιωτικού εξαναγκασμού, όμως, είναι περιορισμένα. Ο Καναδάς είναι βαθιά ενσωματωμένος στο αμερικανικό σύστημα ασφάλειας μέσω του ΝΑΤΟ και του NORAD, αλλά αυτή ακριβώς η ενσωμάτωση καθιστά τη στρατιωτική απειλή εναντίον του εξαιρετικά δύσκολη: θα μπορούσε να προκαλέσει υπαρξιακή κρίση σε ολόκληρη την αρχιτεκτονική της δυτικής ασφάλειας. Ετσι, η οικονομία γίνεται το βασικό πεδίο άσκησης αμερικανικής πίεσης.
Το στοίχημα του Κάρνεϊ δεν είναι να εξισώσει την ισχύ του Καναδά με εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι να περιορίσει τα κανάλια μέσα από τα οποία η αμερικανική υπεροχή μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό εξαναγκασμό. Η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία έχουν, με διαφορετικούς τρόπους, αντισταθεί στην αμερικανική οικονομική πίεση των δασμών, ενώ η Ρωσία έχει αντέξει επί χρόνια πολύ ισχυρότερες πιέσεις. Διαθέτουν, όμως, ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: η ασφάλειά τους δεν εξαρτάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ευρωπαϊκή περίπτωση είναι δυσκολότερη, καθώς η ασφάλεια της ηπείρου παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία προσφέρει στην Ουάσινγκτον έναν ισχυρό μοχλό πίεσης στις σχέσεις της με τους Ευρωπαίους συμμάχους. Η σχέση, ωστόσο, δεν είναι μονόδρομη: και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στρατηγικό συμφέρον να διατηρούν ισχυρή παρουσία στην Ευρώπη και, μέσω αυτής, τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις ισορροπίες στην Ευρασία.
Ο Καναδάς, από την άλλη, είναι μια δυτική μεσαία δύναμη, βαθιά ενσωματωμένη τόσο στην αμερικανική οικονομία όσο και στο αμερικανικό σύστημα ασφάλειας. Γι’ αυτό, τελικά, όλοι παρακολουθούν τον Κάρνεϊ. Επειδή επιχειρεί να απαντήσει στην πράξη σε ορισμένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα της νέας εποχής: πώς μια μεσαία δύναμη χαράσσει υψηλή στρατηγική σε έναν κόσμο που αλλάζει· πώς αντιδρά στην πίεση μιας συντριπτικά ισχυρότερης δύναμης χωρίς ούτε να υποτάσσεται ούτε να οδηγείται σε ανεξέλεγκτη ρήξη· πώς απορροφά στο εσωτερικό το οικονομικό κόστος αυτής της επιλογής· και πώς, εξωτερικά, οικοδομεί νέες σχέσεις με τις αναδυόμενες δυνάμεις, διευρύνοντας τα περιθώρια στρατηγικής αυτονομίας της.
Και ίσως υπάρχει ακόμα ένα δυσκολότερο στοίχημα: πώς όλα αυτά μπορούν να γίνουν με μια σταθερή, σοβαρή και πατριωτική πολιτική, χωρίς λαϊκισμό και χωρίς η μακροπρόθεσμη στρατηγική να υποτάσσεται στις πιέσεις της συγκυρίας. Αυτό είναι που κάνει την περίπτωση του Καναδά σημαντική πολύ πέρα από τα σύνορά του.
*Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής


