«Για τους Ελληνες της αρχαιότητας η επιδίωξη της αριστείας ήταν η ίδια η αρχή της ανθρώπινης ύπαρξης. Οργάνωσαν όλη τη δημόσια ζωή γύρω από την άμιλλα, τη φιλοδοξία, τον ανταγωνισμό: στη φιλοσοφία και στην ποίηση, στη γλυπτική και στο δράμα, στον αθλητισμό και στην τέχνη, στον πόλεμο και στην πολιτική.
Η κλασική ελληνική πόλις ήταν μια παλαίστρα για να δοκιμαστούν και να αποδείξουν την αξία τους οι σπουδαίοι άνδρες, να ακονίσουν τις δυνατότητές τους μέσα από τη διαρκή πάλη: να γίνουν οι καλύτεροι, οι ισχυρότεροι, οι ομορφότεροι, παλεύοντας να πλησιάσουν όλο και περισσότερο την τελειότητα». Μάρκο Ρούμπιο, ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, ομιλία στην Πνύκα, 7/10/2026
Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα μπορεί να χαροποίησε εκατομμύρια Ελληνες και Αμερικανούς με τη βαθύνοια των σκέψεων που εκφράστηκαν, τη λατρεία για τον πολιτισμό μας και την κατανόηση της ελληνικότητας ως ατομικού και συλλογικού φαινομένου. Ωστόσο, οι Ελληνες που θα συγκρίνουν όσα άκουσαν με τα οικτρά, παγκοσμιοποιητικά κλισέ που έχουν αποστηθίσει και μηρυκάζουν σε κάθε ευκαιρία οι εκπρόσωποι της πολιτικής «ελίτ» της χώρας θα νιώσουν θλίψη.
Πέρα από τα συναισθήματα, όμως, υπάρχει και η ζώσα πραγματικότητα. Στην εισήγηση του Μάρκο Ρούμπιο διακρίνεται η αντίληψη που υπάρχει, και εν πολλοίς είναι ορθή, για τα κίνητρα που έδιναν ώθηση στις πράξεις και τις σκέψεις των αρχαίων Ελλήνων. Αυτά είχαν και πνευματική διάσταση (προσέγγιση της τελειότητας, αριστεία, ευγενής άμιλλα), αλλά και υλική – «να γίνουν οι ισχυρότεροι».
Η ενασχόληση με τις κοινές υποθέσεις δεν πρόκειται να καρποφορήσει αν ο πολιτικός δεν έχει καταλάβει σε ποιον λαό απευθύνεται και ποια είναι τα κίνητρα εκάστου. Στην κλασική εποχή δεν υπήρχε αμφιβολία γι’ αυτά.
Στον Θουκυδίδη («Ἱστορίαι»* 1.75.3.) παρακολουθούμε τους Αθηναίους, λίγο πριν από το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού Πολέμου, να εξηγούν στους Σπαρτιάτες πώς η κραταιά πόλη εξελίχθηκε σε ηγεμονεύουσα δύναμη του ελληνικού κόσμου: «Ασκώντας την αρχηγία αυτή, αναπτύξαμε, από την ανάγκη των πραγμάτων, την ηγεμονία μας στο σημείο που βρίσκεται σήμερα, στην αρχή από φόβο, έπειτα για την τιμή και αργότερα για το συμφέρον μας».
Για τα Μηδικά, τα οποία μνημόνευσε και ο Αμερικανός ΥΠΕΞ στην ομιλία του στην Πνύκα, ο Ηρόδοτος κατέγραψε (Ἱστορίαι, Πολύμνια, 7.139.5) πως ήταν πρώτα οι θεοί κι ύστερα οι Αθηναίοι που έσωσαν την Ελλάδα από τους Πέρσες: «Αντίθετα τώρα, ονομάζοντας κανείς τους Αθηναίους σωτήρες της Ελλάδας, θα πετύχαινε το σωστό, την αλήθεια· γιατί σ’ όποια μεριά έριχναν το βάρος τους, προς τα κει θα έγερνε η ζυγαριά. Λοιπόν, με την επιλογή τους να εξακολουθήσει η Ελλάδα να ζει ελεύθερη, αυτοί ήταν που κράτησαν όρθιο όλο τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, όσος δε μήδισε, και αναχαίτισαν τον βασιλιά, ύστερα βέβαια από τους θεούς».
Τα κίνητρα των άλλων πόλεων για την αναγνώριση των Αθηνών ως πρώτης ελληνικής δύναμης ήταν τα παναθρώπινα «φόβος, τιμή, συμφέρον». Στη μεταμετανεωτερική εποχή μας η έννοια της τιμής και οι συνακόλουθοι συμπεριφορικοί κώδικες έχουν «ξεθωριάσει» και είθισται να κυριαρχούν ο φόβος και η εκάστοτε ερμηνεία του συμφέροντος και μάλιστα του υλικού. Ομως η αδήριτος ανάγκη της υπεράσπισης της τιμής υφίσταται ακόμα στις συνειδήσεις των καλλιεργημένων ανθρώπων, κι η φωνή της ηχεί εντός τους σαν ολοζώντανη, βροντερή και μελωδική προσταγή.
Στη συνέχεια της παράθεσης των επιχειρημάτων προς τους Λακεδαίμονες ο Θουκυδίδης ξαναβάζει στο στόμα των Αθηναίων τα βασικά, πανανθρώπινα κίνητρα: «Ετσι κι εμείς δεν εκάναμε τίποτε το παράδοξο ή αντίθετο προς την φύση των ανθρωπίνων πραγμάτων, όταν δεχτήκαμε την ηγεμονία που μας προσφερόταν και όταν, τώρα, αρνιόμαστε να την εγκαταλείψομε, κινούμενοι από ισχυρά ελατήρια, την δόξα, τον φόβο και το όφελος».
Αποστολή κάθε επίδοξου ή εν ενεργεία πολιτικού, που στ’ αλήθεια επιθυμεί να προσθέσει θετικές καταγραφές στην ελληνική Ιστορία, είναι να ξαναδώσει στο κίνητρο της τιμής (και της δόξας) την αίγλη που είχαν μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες και να εξηγήσει στους πολίτες ότι η υπηρέτηση του συμφέροντος ξεκινά πρώτα και κύρια από την καλλιέργεια του πνεύματος και τη διαμόρφωση ενάρετου χαρακτήρα.
*Θουκυδίδου «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», Μτφρ. Αγγελος Σ. Βλάχος. 2008. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου & Σία


