Η έλευση του ιερού σκηνώματος, μαζί με τμήμα του Τιμίου Ξύλου στην Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, δημιουργεί προσμονή αλλά και προβληματισμό σε θεολογικούς κύκλους για τον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται το γεγονός
Από τον
Αντώνη Τριανταφύλλου
Μεγαλειώδη υποδοχή, αντίστοιχη της περσινής για την αγία Βαρβάρα, ετοιμάζει η Αποστολική Διακονία για τα λείψανα της αγίας Ελένης, που θα έρθουν στην Αθήνα από τη Βενετία μαζί με τμήμα του Τιμίου Ξύλου και θα παραμείνουν στον Ναό της Αγίας Βαρβάρας στο Αιγάλεω από τις 14 Μαΐου ως τις 15 Ιουνίου, με αφορμή τα 80 χρόνια της Αποστολικής Διακονίας.
Η προβολή που δίδεται στην έλευση των λειψάνων της αγίας Ελένης είναι μεγάλη και έχει δημιουργηθεί ειδική ιστοσελίδα (www.agialeni.gr), όπου αναφέρεται ότι «η Ελλάδα προσκυνά το ιερό σκήνωμα της αγίας Ελένης».
Zωηρές συζητήσεις
Η Αποστολική Διακονία έχει κάνει μεγάλη προεργασία για την έλευση τμημάτων των οστών της αγίας Ελένης, έχοντας «ντύσει» τη λειψανοθήκη με ένδυμα βυζαντινής τεχνοτροπίας. Η πληθωρική και εκτεταμένη διαφήμιση της έλευσης του κειμηλίου έχει προκαλέσει, όπως είναι φυσικό, ζωηρές παρασκηνιακές συζητήσεις σε συνοδικούς αλλά και ευρύτερους εκκλησιαστικούς κύκλους.
Πολλοί μητροπολίτες και θεολόγοι σε ανεπίσημες συνομιλίες τους εκφράζουν τη θεολογική αντίθεσή τους στην πρακτική να περιάγονται ανά την επικράτεια ιερά λείψανα και εικόνες ευκαίρως – ακαίρως, με «πανηγυρικό» και αντιεκκλησιαστικό τρόπο, εκφράζουν δε τον φόβο μήπως δημιουργηθεί αρνητική εντύπωση στο χριστεπώνυμο πλήρωμα από τον τρόπο επικοινωνιακής παρουσίασης της έλευσης των λειψάνων της αγίας Ελένης, κάτι που ίσως ενεργοποιήσει και αντιεκκλησιαστικά ανακλαστικά στο αριστερό πολιτικό φάσμα, αντίστοιχα με την έντονη αντίδραση του -τότε- υπουργού Παιδείας Νίκου Φίλη, για τη μεταφορά των λειψάνων της αγίας Βαρβάρας στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο «Αγιος Σάββας».
Για την αγία Ελένη και τη διαδρομή του ιερού σκηνώματος υπάρχει πλήθος αντικρουόμενων καταγραφών. Σύμφωνα με ορισμένες ιστορικές πηγές, τα λείψανα της αγίας ακολούθησαν τη διαδρομή από την Κωνσταντινούπολη προς τη Βενετία μαζί με πλήθος άλλων εκκλησιαστικών κειμηλίων και λαφύρων από την άλωση της βασιλεύουσας το 1204. Κατά άλλους ιστορικούς, η αγία Ελένη κοιμήθηκε στην Ιταλία -υπάρχουν ακόμα τα ερείπια του μαυσωλείου της στη Ρώμη- και εναποτέθηκε σε σαρκοφάγο από πορφυρίτη λίθο, που ήταν αποκλειστικό προνόμιο των αυτοκρατόρων.
Το μόνο, ίσως, στο οποίο συμφωνούν οι ιστορικές πηγές είναι ότι το λείψανο της αγίας και ισαποστόλου Ελένης δεν είναι στις ημέρες μας αδιάφθορο, αλλά κατακερματισμένο.
Και στη Γαλλία
Ωστόσο, αυτά τα οστά δεν είναι τα μοναδικά. Λείψανα της αγίας Ελένης αναφέρεται ότι υπάρχουν στη Ρεμς στη Γαλλία και στο Τριέρ στη Γερμανία, με σοβαρές -είναι η αλήθεια- επιφυλάξεις για τη γνησιότητά τους. Και στον ελλαδικό χώρο, όμως, υπάρχουν καταγραφές για ύπαρξη τμημάτων του ιερού λειψάνου. Στη Μονή Παντοκράτορος του Αγίου Ορους υπάρχουν δύο λειψανοθήκες, με αποτμήματα λειψάνων των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ενώ στο ίδιο μοναστήρι σώζεται κομμάτι από τον Τίμιο Σταυρό και τον βράχο του Γολγοθά. Επίσης μέρη του ιερού λειψάνου της αγίας Ελένης φέρεται ότι βρίσκονται στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, στον Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου στη Νέα Ιωνία, στη Μονή Προυσού στην Ευρυτανία και στη Μονή Κύκκου στην Κύπρο.
Από τα παραπάνω στοιχεία διερωτάται κανείς εάν, τελικά, τα λείψανα και η αγιαστική χάρη τους υπάγονται στους νόμους της φυσικής και των μαθηματικών. Είναι περισσότερο αγιασμένα τα λείψανα που έρχονται στην Ελλάδα από τη Βενετία από αυτά που βρίσκονται στην Ελλάδα; Είναι πιο χαριτόβρυτη μια μεγαλύτερη ποσότητα αγίων οστών από ό,τι ένα μικρότερο απότμημα του ίδιου -ίσως- ιερού λειψάνου που βρίσκεται στη χώρα μας και είναι πιθανότατα πιο εύκολα προσβάσιμο για τον πιστό;
Για τη λατρεία των ιερών λειψάνων μίλησε στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο ιστορικός και θεολόγος Αριστείδης Πανώτης, ο οποίος αναφέρει: «Τα ιερά λείψανα κατά την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας διατηρούνταν ακέραια στον τόπο ανάπαυσης των αγίων και μαρτύρων.
Στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας όμως επικράτησε η παράδοση της κατάτμησής τους στην οικουμένη, προς αγιασμό των πιστών και ευλογία του χριστεπώνυμου πληρώματος». Οπως επισημαίνει ο κ. Πανώτης, «από ένα χρονικό σημείο και μετά ενδεχομένως χάθηκαν το μέτρημα και η πιστοποίηση της αυθεντικότητας ορισμένων λειψάνων. Ακόμα και για ομώνυμα πρόσωπα δεν υπάρχουν πλέον ακριβή στοιχεία για το ποια και πού ακριβώς βρίσκονται λείψανά τους».
Υπογραμμίζει, δε, ότι «τα λείψανα, είτε είναι ακέραια είτε ελάχιστα αποτμήματα, θεωρούνται ότι έχουν την ίδια χάρη της θεώσεως» και σημείωσε με ιδιαίτερο νόημα: «Αν αυτά γίνονται αντικείμενα εμπορίας, η ευλογία τους γίνεται αλογία για τους πιστούς από τη διάπραξη βεβηλώσεως».

