Η έρευνα για την υπόθεση Παναγόπουλου θα φέρει πολλά στοιχεία
Η υπόθεση που ερευνούσε επί μακρόν η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες (Αρχή για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος) σχετικά με ύποπτες οικονομικές συναλλαγές γύρω από τη ΓΣΕΕ και τον πρόεδρό της, Γιάννη Παναγόπουλο, έχει πλέον περάσει στα χέρια της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών.
Μετά από εκτεταμένη και πολύπλοκη έρευνα, η Αρχή προχώρησε στη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών έξι φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Παναγόπουλος, καθώς και λογαριασμών συνδεδεμένων εταιρειών. Το πόρισμα με τα συγκεντρωμένα στοιχεία παραδόθηκε στις δικαστικές αρχές, οι οποίες καλούνται τώρα να τα αξιολογήσουν και να αποφασίσουν για τις περαιτέρω ενέργειες.
Σύμφωνα με πληροφορίες από την ΕΡΤ, εξετάζεται ποια εισαγγελική αρχή θα αναλάβει την υπόθεση, με πιθανότερο σενάριο να μεταφερθεί στην Οικονομική Εισαγγελία, δεδομένου ότι το ελεγχόμενο ποσό, περίπου 2 εκατ. ευρώ, προέρχεται κυρίως από εθνικούς πόρους.
Οι αρχές εστιάζουν σε τραπεζικές συναλλαγές, συμβάσεις, αναθέσεις έργων και γενικότερα στις οικονομικές σχέσεις συγκεκριμένων προσώπων και εταιρειών με τη ΓΣΕΕ και τον πρόεδρό της. Ο Γιάννης Παναγόπουλος ερευνάται ειδικότερα για υπεξαίρεση κονδυλίων.
Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας εμπλέκονται και άλλα πρόσωπα, όπως ο δημοσιογράφος της ΕΡΤ Γιώργος Κακούσης, ο οποίος σε δήλωσή του τόνισε ότι «όλες οι συναλλαγές του είναι νόμιμες και αφορούν αποκλειστικά υπηρεσίες επικοινωνίας». Επίσης, ο Ανδρέας Γεωργίου, ιδιοκτήτης εταιρείας κυβερνοασφάλειας, δήλωσε ότι «δεν έχει καμία σχέση με επιμορφωτικά προγράμματα» και ότι οι συνεργασίες του είναι «πλήρως διαφανείς».
Παράλληλα, η πρώην γενική γραμματέας του Υπουργείου Εργασίας Άννα Στρατινάκη υπέβαλε την παραίτησή της, επικαλούμενη προσωπικούς λόγους. Δεν εμπλέκεται η ίδια ως ελεγχόμενο πρόσωπο, ωστόσο η αποχώρησή της φαίνεται να συνδέεται με την εμπλοκή του συντρόφου της, Ανδρέα Γεωργίου, στην υπόθεση.
Η έρευνα καλύπτει την περίοδο 2020-2025 και αφορά επτά προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης με συνολικό προϋπολογισμό περίπου 73 εκατομμύρια ευρώ. Τα έργα ανατέθηκαν είτε με απευθείας αναθέσεις είτε μέσω διαγωνισμών, με τις ελεγχόμενες εταιρείες να εναλλάσσονται ως ανάδοχοι.
Σύμφωνα με το πόρισμα, οι συγκεκριμένες εταιρείες φέρονται να μην διέθεταν την απαιτούμενη οργανωτική δομή και τεχνική υποδομή για να υλοποιήσουν έργα τέτοιας κλίμακας. Επιπλέον, μεγάλο μέρος των χρημάτων φαίνεται να διακινήθηκε σε μετρητά («χέρι με χέρι»), ενώ μικρότερο ποσό πέρασε από τραπεζικούς λογαριασμούς, πιθανότατα για να δημιουργηθεί εντύπωση νομιμότητας.


