Η απόφαση Μητσοτάκη να μην καταργήσει τον νόμο Κατρούγκαλου, παρά τις δεσμεύσεις του, προκαλεί… έμφραγμα στους δικαιούχους συντάξεων χηρείας
Η απόφαση της κυβέρνησης να μην καταργήσει τον νόμο Κατρούγκαλου -παρά τις περί του αντιθέτου δεσμεύσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη- εξακολουθεί να προκαλεί τεράστια προβλήματα στους συνταξιούχους της χώρας και δη στους πιο ευάλωτους, όπως είναι οι χήροι/χήρες.
- Από τον Σπύρο Γεράρδη
Το Συμβούλιο της Επικρατείας με πρόσφατη απόφασή του ορίζει ως συνταγματικές τις απαράδεκτες περικοπές που θεσπίστηκαν με τον νόμο αυτόν του 2016 και ταυτόχρονα ως άκυρους τους χειρισμούς του τότε υφυπουργού Κοινωνικής Ασφάλισης Πάνου Τσακλόγλου, το 2021, ο οποίος επιχείρησε με μία μεσοβέζικη λύση να αλλάξει μία σημαντική παράμετρο μέσω εγκυκλίου και όχι μέσω νομοθετικής παρέμβασης. Το αποτέλεσμα είναι ότι τώρα περισσότεροι από 200.000 συνταξιούχοι κινδυνεύουν με υποχρεωτική επιστροφή ποσών που κυμαίνονται από 15.000 έως 30.000 ευρώ ανά περίπτωση!
Η βάρβαρη πρόβλεψη
Πέρα από τις υπόλοιπες καταστροφικές για τις συντάξεις ρυθμίσεις, ο νόμος Κατρούγκαλου περιελάμβανε ιδιαίτερα σκληρή μεταχείριση και στις συντάξεις χηρείας. Συγκεκριμένα, ο νόμος διαχώρισε τη σύνταξη σε Εθνική (ανάλογα με τα έτη ασφάλισης) και Ανταποδοτική (ανάλογα με τον συντάξιμο μισθό του ασφαλισμένου) και παράλληλα με το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 4387/2016 προβλέφθηκε ότι «σε περίπτωση σώρευσης συντάξεων χορηγείται μία εθνική σύνταξη. Στην περίπτωση συνταξιούχου ή δικαιούχου μιας πλήρους και μιας μειωμένης κύριας σύνταξης, το ποσό της χορηγούμενης εθνικής σύνταξης είναι πλήρες».
Ενώ ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποσχέθηκε από το 2017 την κατάργηση του νόμου, το μόνο που έκανε τελικά ήταν να καταργήσει το σκέλος των φτηνών ασφαλιστικών εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες και να διατηρήσει όλο τον ασφαλιστικό κορμό του, που είχε ως μόνο στόχο τη ραγδαία πτώση της συνταξιοδοτικής δαπάνης και μάλιστα νομιμοποιώντας περικοπές προηγούμενων ετών που είχαν κριθεί αντισυνταγματικές.
Η πολιτική αυτή είχε ως συνέπεια διάφορα ευτράπελα, όπως η μη εφαρμογή διατάξεων ή η μερική εφαρμογή τους με καταφανείς αδικίες, όπως έγινε με τις συντάξεις χηρείας. Ετσι, ο υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης κ. Τσακλόγλου επιχείρησε να περάσει κάτω από τα ραντάρ, προπαραμονή Πρωτοχρονιάς, μία σημαντική εγκύκλιο, η οποία υποτίθεται θα έλυνε μερικώς το πρόβλημα. Πράγματι στις 30 Δεκεμβρίου 2021 με την εγκύκλιο Φ.80000/Δ17/109302/30-12-2021 ορίστηκε ότι ο περιορισμός της μίας εθνικής σύνταξης θα ίσχυε για όσες συντάξεις θα σωρεύονταν μετά την έκδοσή της.
Παράλληλα, για τους συνταξιούχους που ήδη λάμβαναν διπλή εθνική σύνταξη βάσει προγενέστερων οδηγιών των υπηρεσιών η εγκύκλιος όριζε ότι το επιπλέον ποσό θα διατηρούνταν και θα εμφανιζόταν ως «προσωπική διαφορά», προκειμένου να μην υποχρεωθούν οι πολίτες σε επιστροφή αναδρομικών ποσών που θα μπορούσαν να κυμανθούν από 15.000 έως 30.000 ευρώ ανά περίπτωση.
Οπως ήταν αναμενόμενο, μια σειρά από συνταξιουχικές οργανώσεις προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας να ακυρωθεί η εγκύκλιος που προκάλεσε, ταυτόχρονα, και θύελλα πολιτικών αντιδράσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο εκδίκασε την υπόθεση τον Δεκέμβριο του 2024 και με απόφαση που εκδόθηκε στα τέλη της περασμένης εβδομάδας, κατά πλειοψηφία, παρήχθησαν δύο σκληρά για τους συνταξιούχους αποτελέσματα:
α) Κρίθηκε συνταγματική η διάταξη του νόμου Κατρούγκαλου για τη διατήρηση μόνο μίας εθνικής σύνταξης.
β) Κρίθηκε άκυρη η εγκύκλιος Τσακλόγλου, καθώς το ΣτΕ θεωρεί πως δεν ήταν ερμηνευτική αλλά επιχειρεί να αλλοιώσει την ουσία του νόμου, ορίζοντας ως ημερομηνία εφαρμογής το 2021 και όχι το 2016.
Ορισμός υποκρισίας και χυδαιότητας
Για την ελληνική Πολιτεία, τους νόμους και τη Δικαιοσύνη είναι λογικό ένας χήρος/α να λαμβάνει μόνο μία εθνική σύνταξη και όχι την εθνική σύνταξη του θανόντος. Ταυτόχρονα, όμως, είναι φυσιολογικό σε μία σύνταξη χηρείας να παρακρατείται εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης. Εάν αυτό δεν είναι ο ορισμός της υποκρισίας και της χυδαιότητας, τότε τι είναι;
Καταστροφικοί χειρισμοί της κυβέρνησης Μητσοτάκη
Η απόφαση του ΣτΕ έφερε στην επιφάνεια άλλον έναν ερασιτεχνικό και καταστροφικό χειρισμό της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που αφορά τις συντάξεις χηρείας, και συγκεκριμένα την περικοπή στο ήμισυ, από 70% σε 35% μετά την παρέλευση τριετίας, για τον δικαιούχο που είτε εργάζεται είτε είναι και ο ίδιος συνταξιούχος. Πρόκειται για άλλη μία πρόβλεψη του νόμου Κατρούγκαλου η οποία θα έπρεπε να αρχίσει να εφαρμόζεται από το 2019.
Σε αυτό το σκέλος επικρατεί η απόλυτη παράνοια: Οχι μόνο η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν τολμά να καταργήσει αυτή τη βάρβαρη περικοπή, αλλά έχει καταφέρει να την εφαρμόζει με τον πιο παρανοϊκό τρόπο. Αρχικά ξεκίνησε να υλοποιείται μόνο για ένα μέρος συνταξιούχων του Δημοσίου και του τέως ΟΓΑ, αλλά όχι για όλους. Με ποιο κριτήριο; Ουδείς γνωρίζει!
Στη συνέχεια, προφανώς με καθυστέρηση, επιχείρησε να την εφαρμόσει και για συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα, αλλά μετά τον πρώτο μήνα περικοπών, και υπό το βάρος σφοδρών αντιδράσεων, αναγκάστηκε να διακόψει την περικοπή και να επιστρέψει τα χρήματα στους συνταξιούχους. Για να μην παίζουμε με τις λέξεις, αυτή η ευνοϊκή εξέλιξη είναι καραμπινάτη παρανομία, καθώς δεν προβλέπεται από κανέναν νόμο.
Και είναι ταυτόχρονα τεράστια αδικία για τους υπόλοιπους συνταξιούχους (Δημοσίου και ΟΓΑ) οι οποίοι λαμβάνουν μειωμένα ποσά. Το ερώτημα, λοιπόν, που θα πρέπει να απαντήσει η κυβέρνηση είναι τι θα συμβεί εάν ένας δικαιούχος σύνταξης χηρείας προσφύγει στη Δικαιοσύνη ζητώντας να του επιστραφούν αναδρομικά.

