Σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση και προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη άσκησε ο Ευάγγελος Βενιζέλος κατά τη διάρκεια συζήτησης με τη δημοσιογράφο Νίκη Λυμπεράκη, στο πλαίσιο του ετήσιου Συνεδρίου «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας» που συνδιοργάνωσαν ο Κύκλος Ιδεών και το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου εστίασε με ιδιαίτερη ένταση στην κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στους θεσμούς, στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, αλλά και στην επικίνδυνη αλλοίωση του πολιτικού πολιτισμού.
Αναφερόμενος στη συζήτηση γύρω από τη Δικαιοσύνη και την περιβόητη «τοξικότητα», ο κ. Βενιζέλος ξεκαθάρισε ότι το πρόβλημα στην Ελλάδα λαμβάνει βαθύτερες διαστάσεις. Ενώ διεθνώς η δικαστική εξουσία παράγει πολιτικά αποτελέσματα, στην ελληνική πραγματικότητα το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την αίσθηση μιας πρωτοφανούς μονοκυριαρχίας. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, το πρόβλημα πηγάζει από την αίσθηση υπερσυγκέντρωσης εξουσίας, «όχι απλώς σε ένα κόμμα αλλά σε ένα πρόσωπο», γεγονός το οποίο, όπως υπογράμμισε, «αλλοιώνει τον πολιτικό πολιτισμό της χώρας».
Παράλληλα, ο κ. Βενιζέλος καυτηρίασε τη λογική με την οποία η κυβέρνηση επιλέγει να διαχειρίζεται τις κρίσιμες καταστάσεις. Στρεφόμενος κατά του προσωποκεντρικού μοντέλου διακυβέρνησης του Μαξίμου, τόνισε ότι «δεν πρέπει να καλλιεργείται μια αλαζονική και ανιστόρητη αντίληψη σύμφωνα με την οποία όλα κρίνονται από ένα πρόσωπο που θα σηκώσει το τηλέφωνο». Μάλιστα, έθεσε με νόημα το ερώτημα: «Ποιον θα πάρει τηλέφωνο ο έλληνας πρωθυπουργός; Ποιο θα είναι το πρώτο δικό του τηλεφώνημα σε περίπτωση κρίσης;».
Αφετηρία για τα συμπεράσματα του Ευάγγελου Βενιζέλου αποτέλεσαν τα ευρήματα πανελλαδικής έρευνας της Metron Analysis, τα οποία χαρακτήρισε «εύγλωττη» αποτύπωση της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο ίδιος υποστήριξε ότι «τα ευρήματα της έρευνας δεν περιγράφουν απλώς ένα συγκυριακό κλίμα κοινωνικής δυσφορίας, αλλά ένα βαθύτερο και πιο σύνθετο πρόβλημα πολιτικής και κοινωνικής αντιπροσώπευσης». Περιέγραψε, μάλιστα, μια χώρα όπου «η κοινωνία είναι ανασφαλής, δυσαρεστημένη, φοβισμένη και έντονα καχύποπτη απέναντι στο πολιτικό αφήγημα που επιχειρείται να της επιβληθεί».
Σύμφωνα με τον κ. Βενιζέλο, η ρίζα της καχυποψίας βρίσκεται στο γεγονός ότι «η Ελλάδα δεν έχει ποτέ, μετά την οικονομική κρίση, ανοίξει πραγματικά μια σοβαρή δημόσια συζήτηση για το κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα της μνημονιακής περιόδου». Ως εκ τούτου, πρόσθεσε, «δεν έχει εξεταστεί σε βάθος πώς μεταβλήθηκε η κοινωνική διαστρωμάτωση, πώς επηρεάστηκαν οι προσδοκίες των πολιτών, πώς αναδιαμορφώθηκαν οι σχέσεις εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα». Στο πλαίσιο αυτό, εξήγησε ότι η κυβερνητική ρητορική περί «επιστροφής στην κανονικότητα» είναι μετέωρη, καθώς η κοινή γνώμη δεν αποδέχεται ότι η χώρα επανήλθε σε αυτή.
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο κ. Βενιζέλος στο πεδίο της λειτουργίας των θεσμών, κάνοντας λόγο για μια «καταθλιπτική» εικόνα, καθώς οι πολίτες δεν πείθονται ότι οι μηχανισμοί του κράτους εγγυώνται την ισονομία. Σχολιάζοντας τις σκιές που αφήνουν ανοιχτές υποθέσεις όπως οι υποκλοπές, η τραγωδία των Τεμπών και ο ΟΠΕΚΕΠΕ, υπογράμμισε με έμφαση: «Η κοινωνία πρέπει να πείθεται ότι κινείται μία διαδικασία, ένας θεσμικός μηχανισμός κι όπως φαίνεται δεν πείθεται κανείς».
Η έλλειψη αυτή εμπιστοσύνης τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι επιβεβαιώνεται πλήρως μια παλαιότερη προειδοποίησή του. «Η χώρα είναι πολύ δύσκολα διακυβερνήσιμη», ανέφερε εκ νέου, συμπληρώνοντας με νόημα ότι στην ελληνική κοινωνία «υφέρπει ένας βρασμός».
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος δεν παρέλειψε να σχολιάσει και την κυβερνητική πρωτοβουλία για τη συνταγματική αναθεώρηση, χαρακτηρίζοντάς τη για ακόμη μία φορά «προσχηματική». Εξέφρασε την άποψη ότι η πλειονότητα των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς την τροποποίηση του καταστατικού χάρτη της χώρας, στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησης του».
Τέλος, αναφερόμενος στα εθνικά θέματα, ο κ. Βενιζέλος ζήτησε ενεργή και πολυδιάστατη παρουσία της Ελλάδας στις διεθνείς συμμαχίες, κρούοντας ωστόσο τον κώδωνα του κινδύνου για τη διαχείριση του διαλόγου με την Άγκυρα. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, «δεν πρέπει σε καμία περίπτωση από ελληνικής πλευράς να χαθεί ο έλεγχος του ρυθμού στις ελληνοτουρκικές σχέσεις που δεν μπορεί να εκχωρηθεί σε οποιοδήποτε τρίτο».
Eυ. Βενιζέλος: Η κοινωνία είναι ανασφαλής, δυσαρεστημένη, φοβισμένη και καχύποπτη απέναντι στο αφήγημα που επιχειρείται να της επιβληθεί
Ερωτηθείς για τη συζήτηση γύρω από τη Δικαιοσύνη και την έννοια της «τοξικότητας», σημείωσε ότι το ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, καθώς διεθνώς η δικαστική εξουσία με τις αποφάσεις της παράγει πολιτικά αποτελέσματα και ασκεί έμμεση πολιτική επιρροή. Ωστόσο, επεσήμανε ότι στην ελληνική περίπτωση το πρόβλημα συνδέεται και με την αίσθηση υπερσυγκέντρωσης εξουσίας, «όχι απλώς σε ένα κόμμα αλλά σε ένα πρόσωπο», κάτι που -όπως είπε- «αλλοιώνει τον πολιτικό πολιτισμό της χώρας».
Την ανάγκη για μια σοβαρή επανεξέταση της σχέσης πολιτικού συστήματος, κοινωνίας και θεσμών, αλλά και για έναν νέο συλλογικά αποδεκτό ορισμό της μεταμνημονιακής κανονικότητας, ανέδειξε ο Ευάγγελος Βενιζέλος σε συζήτηση με τη Νίκη Λυμπεράκη, Δημοσιογράφο, στο πλαίσιο του ετήσιου Συνεδρίου με τίτλο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας», που διοργανώνει ο Κύκλος Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
Αφετηρία της παρέμβασής του αποτέλεσε η πανελλαδική έρευνα κοινής γνώμης της Metron Analysis, την οποία χαρακτήρισε «εύγλωττη», καθώς -όπως είπε- αποτυπώνει μια κοινωνία ανασφαλή, δυσαρεστημένη, φοβισμένη και έντονα καχύποπτη απέναντι στο πολιτικό αφήγημα που επιχειρείται να της επιβληθεί. Κατά τον κ. Βενιζέλο, «τα ευρήματα της έρευνας δεν περιγράφουν απλώς ένα συγκυριακό κλίμα κοινωνικής δυσφορίας, αλλά ένα βαθύτερο και πιο σύνθετο πρόβλημα πολιτικής και κοινωνικής αντιπροσώπευσης».
Όπως σημείωσε, «η Ελλάδα δεν έχει ποτέ, μετά την οικονομική κρίση, ανοίξει πραγματικά μια σοβαρή δημόσια συζήτηση για το κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα της μνημονιακής περιόδου. Δεν έχει εξεταστεί σε βάθος πώς μεταβλήθηκε η κοινωνική διαστρωμάτωση , πώς επηρεάστηκαν οι προσδοκίες των πολιτών, πώς αναδιαμορφώθηκαν οι σχέσεις εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα».
Υποστήριξε ότι η έννοια της «επιστροφής στην κανονικότητα» παραμένει ασαφής και ενδεχομένως παραπλανητική, εφόσον δεν μπορεί να σημαίνει επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Σε κάθε περίπτωση η κοινή γνώμη δεν αποδέχεται ότι επανήλθαμε στην κανονικότητα
Έθεσε με έμφαση το ζήτημα ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, λέγοντας ότι «οι πολίτες αναζητούν ένα νέο πλαίσιο σχέσης με το κράτος, την οικονομία και τους θεσμούς». Αναφερόμενος στα πορίσματα της έρευνας, έκανε λόγο για «καταθλιπτική» εικόνα, τονίζοντας ότι η κοινωνία δεν πείθεται πως οι θεσμικοί μηχανισμοί λειτουργούν με τρόπο που διασφαλίζει την απονομή δικαιοσύνης. Στο πλαίσιο αυτό, στάθηκε στην αμφιβολία που καταγράφεται γύρω από υποθέσεις, όπως οι υποκλοπές, τα Τέμπη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ. «Η κοινωνία πρέπει να πείθεται ότι κινείται μία διαδικασία, ένας θεσμικός μηχανισμός κι όπως φαίνεται δεν πείθεται κανείς», είπε και πρόσθεσε ότι δικαιώνεται δική του παλαιότερη εκτίμηση πως «η χώρα είναι πολύ δύσκολα διακυβερνήσιμη», προσθέτοντας χαρακτηριστικά ότι «υφέρπει ένας βρασμός».
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στη συνταγματική αναθεώρηση. Σχολιάζοντας το εύρημα σύμφωνα με το οποίο σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης αντιμετωπίζει την κυβερνητική πρωτοβουλία με δυσπιστία, ο κ. Βενιζέλος υποστήριξε ότι αυτό επιβεβαιώνει τη δική του εκτίμηση πως η σχετική συζήτηση έχει προσχηματικό χαρακτήρα. Όπως ανέφερε, πολλές από τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές μπορούν να γίνουν χωρίς αλλαγή του Συντάγματος. «Ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησης του», τόνισε .
Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα πρέπει να συμμετέχει ενεργά και πολυδιάστατα σε όλα τα διεθνή σχήματα συνεργασίας, αλλά -όπως είπε- δεν πρέπει σε καμία περίπτωση από ελληνικής πλευράς να χαθεί ο έλεγχος του ρυθμού στις ελληνοτουρκικές σχέσεις που δεν μπορεί να εκχωρηθεί σε οποιοδήποτε τρίτο.
Άσκησε επίσης κριτική στη λογική προσωποκεντρικής διαχείρισης κρίσεων, λέγοντας ότι «δεν πρέπει να καλλιεργείται μια αλαζονική και ανιστόρητη αντίληψη σύμφωνα με την οποία όλα κρίνονται από ένα πρόσωπο που θα σηκώσει το τηλέφωνο». Και έθεσε το ερώτημα: «Ποιον θα πάρει τηλέφωνο ο έλληνας πρωθυπουργός; Ποιο θα είναι το πρώτο δικό του τηλεφώνημα σε περίπτωση κρίσης;»