Μισόν αιώνα πίσω έχει γυρίσει η οικοδομή στη χώρα μας, καθώς μέσα στα τελευταία οκτώ χρόνια έχασε όλη την ορμή της. Πρόκειται για το απόλυτο αρνητικό ρεκόρ στην Ευρωπαϊκή Ενωση, με βάση τον σχετικό κατασκευαστικό δείκτη, και το χειρότερο είναι ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο με επτά χρόνια ακόμη για να ολοκληρωθεί η «κατρακύλα», δεδομένου ότι τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα παρατηρούνται κύκλοι έξαρσης και ύφεσης της τάξης των 10-15 ετών.
Μάλιστα, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που πραγματοποίησε το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών σχετικά με το πότε θα μπορούσε να επανέλθει ο κλάδος της οικοδομής στα επίπεδα του 2005, υποστηρίζεται ότι θα χρειαστεί μια οκταετία από σήμερα. Ειδικότερα, με βάση τον αριθμό των αδειών, αν από σήμερα η κτηματαγορά άρχιζε να κινείται με ρυθμό αύξησης αδειών κατά 17,1% ετησίως, θα χρειαστεί μια οκταετία για να επανέλθει στη «χρυσή» περίοδο. Ή, αλλιώς, για να φτάσει η σημερινή ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα στα επίπεδα του 2005, θα πρέπει να αυξηθεί κατά 254%. Με βάση τον όγκο, μάλιστα, απαιτείται ετήσιος ρυθμός της τάξης του 22% για οκτώ χρόνια, δηλαδή για να φτάσει στα επίπεδα του 2005, χρειάζεται αύξηση κατά 389%.
Ηδη από το τέλος του 2011 η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα, που με βάση τον όγκο έφτασε στα 22.618.000 m³, έχει «ξαναγυρίσει» στο 1963 (23.000.000 m³). Για το 2012 δε, κρίνοντας από και από τα στοιχεία του 11μηνου (είχαν χτιστεί 14.265.000 m³, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής), εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσει τα 17.500.000 m³. Αυτό σημαίνει ότι η οικοδομική δραστηριότητα στην Ελλάδα του Μνημονίου 3 είναι μικρότερη κατά έξι φορές σε σχέση με το απόλυτο ρεκόρ του 2005, όταν ο όγκος εκτινάχθηκε στα 103.000.000 m³, ή ότι η λεγόμενη «λοκομοτίβα» της εθνικής οικονομίας επέστρεψε στην εποχή που η πολεοδομική περιοχή της Αθήνας έφτανε το 38% της επιφάνειας που καταλαμβάνει σήμερα, τα Βριλήσσια, το Μαρούσι και το Ηράκλειο ήταν τόποι παραθερισμού, η Καλλιθέα είχε ελιές και στο Νέο Φάληρο έκανες μπάνιο!
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του όγκου, αρκεί να αναφέρουμε ότι μια σύγχρονη πολυκατοικία 12-14 διαμερισμάτων συνολικής επιφάνειας 1.200 m² και μέσου μεικτού ύψους ορόφου 2,90 m έχει όγκο περίπου 4.100 m³. Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι εφέτος πήραν άδεια μόνο κτίρια του παραπάνω παραδείγματος, θα χτιστούν λιγότερες από 4.300 τέτοιες οικοδομές σε ολόκληρη τη χώρα, όταν το 2005 ο αντίστοιχος αριθμός έφθασε κοντά στις 26.150.
Επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι οι επενδύσεις σε κατοικίες υπολογίζεται ότι το 2012 υποχώρησαν σε ποσοστό 17%, συμβάλλοντας στην πτώση του ΑΕΠ κατά 0,5%. Το 2011 η πτώση έφτασε το 23,6%, το 2010 ήταν 18%, το 2009 οι επενδύσεις σε κατοικίες υποχώρησαν κατά 23,5% και το 2008 έπεσαν κατά 28,2%. Δηλαδή λόγω της συνεχούς τους μείωσης από το 2007 και έπειτα οι επενδύσεις σε κατοικίες βρίσκονται (σε σταθερές τιμές) σε επίπεδο κατά 70% χαμηλότερο απ’ ό,τι το 2000 (στοιχεία της Alpha Bank). Συγκεκριμένα οι επενδύσεις αυτές εκτιμάται ότι το 2012 θα διαμορφωθούν στα 6 δισ. ευρώ (σε σταθερές τιμές του 2005), από 7,2 δισ. ευρώ το 2011, 9,6 δισ. ευρώ το 2010 και 23,8 δισ. ευρώ το 2006. Αρα, μέσα σε έξι χρόνια στην αγορά ακινήτων «έπεσαν» περίπου 18 δισ. ευρώ λιγότερα, προκαλώντας τεράστια ζημιά στην οικονομία.
Η δραματική υποχώρηση των εσόδων από την κατασκευή νέων κτιρίων, αλλά και τις πωλήσεις κατοικιών, καθώς και η κατάρρευση του τζίρου σε δεκάδες επαγγέλματα έχουν οδηγήσει τον κλάδο των κατασκευών σε κώμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ενωσης Κατασκευαστών Κτιρίων Ελλάδος, 14.000 οικοδομικές επιχειρήσεις έχουν παγώσει τη δραστηριότητά τους, ενώ 1.000.000 εργαζόμενοι στην οικοδομή και σε περισσότερα από 140 συναφή επαγγέλματα είναι στην ουσία άνεργοι.
Κύκλοι ανόδου και πτώσης τα τελευταία 50 χρόνια
Από τις αρχές του 1960 έως σήμερα με βάση τα στατιστικά στοιχεία για το σύνολο των νέων οικοδομών και των προσθηκών πανελλαδικά, ο πρώτος οικοδομικός «οργασμός» παρατηρείται επί 21ης Απριλίου και ειδικότερα τη διετία 1967-1969. Παρά τη μικρή υποχώρηση που καταγράφηκε τη διετία 1969-1971, η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίζει δυναμικά την ανοδική της πορεία για να φτάσει στο υψηλότερο σημείο της το 1973, περίπου στα 87.000.000 m³.
Κάνοντας ένα… διάλειμμα το 1974, χρονιά κατά την οποία η οικοδομική δραστηριότητα μειώθηκε σε ποσοστό 45%, στα 47.000.000 m³, ξεκινάει μια πενταετία συνεχούς αύξησης που φέρνει τον δείκτη στα 95.000.000 m³. Τότε σημείωσε την υψηλότερη τιμή στην ιστορία του. Το ρεκόρ αυτό έμελλε να καταρριφθεί 26 χρόνια αργότερα, το 2005, όταν όλοι έσπευσαν να προλάβουν την επιβολή ΦΠΑ στις οικοδομές, βγάζοντας άδειες με το… κιλό.
Για να ξαναγυρίσουμε όμως στην ιστορική αναδρομή, η οικοδομική έξαρση του 1979 μαζί με τη δεύτερη πετρελαϊκή κρίση θα βυθίσουν για την επόμενη πενταετία την οικοδομική δραστηριότητα στην αφάνεια.
Το αποτέλεσμα ήταν το 1984 ο δείκτης του όγκου της οικοδομικής δραστηριότητας να εμφανίζεται μειωμένος κατά 57% σε σχέση με τα ιστορικά υψηλά του 1979 και όλοι, όπως και σήμερα, να χύνουν μαύρο δάκρυ.
Η επόμενη δεκαετία κυλάει μάλλον ήρεμα -αν και καθοδικά-, δίχως να καταγράφονται σημαντικές «βουτιές» ή «εκρήξεις».
Από το 1995, ότια ο δείκτης του όγκου βρίσκεται στα 46.000.000 m³, και έως το 2004, χρονιά κατά την οποία η Ελλάδα ζει τον μύθο της, σημειώνεται μια διαρκής ήπια αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας. Ωσπου φτάνουμε στο 2005 και τα πάντα ανατρέπονται. Μέσα σε έναν χρόνο η οικοδομική δραστηριότητα κατ’ όγκο εκτοξεύεται στα 103.000.000 m³, δηλαδή 28.000.000 m³ περισσότερα έναντι του 2004 ή ποσοστιαία μεταβολή 37%!
Η λογική διόρθωση τα επόμενα χρόνια πήρε τη μορφή καταιγίδας μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και έκτοτε ο δείκτης του όγκου κινείται κάθετα προς τα κάτω, ενώ η πτώση επιταχύνεται δραματικά από το 2010 και μετά.
Ξανθή Γούναρη

