Αντιστρόφως ανάλογη πορεία σε σχέση με την ελληνική οικονομία συνεχίζουν να ακολουθούν τα προϊόντα στην εγχώρια οικονομία, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα νοικοκυριά. Βασική στρέβλωση αλλά και παράδοξο της βουτηγμένης στην ύφεση οικονομίας της χώρας μας είναι το γεγονός ότι το ένα μετά το άλλο τα καταστήματα αναγκάζονται να βάζουν λουκέτο, ενώ τα προϊόντα στα ράφια είναι κάθε χρόνο και ακριβότερα.
Το σημαντικότερο όλων είναι ότι την ανιούσα παίρνουν ακόμη και οι τιμές των βασικών προϊόντων, όπως τα αβγά, το γάλα ή η ζάχαρη -ακόμη και σε σχέση με πέρυσι-, παρόλο που εν τω μεταξύ δεν έχει μεσολαβήσει καμία αύξηση φορολογικού συντελεστή. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η ελληνική οικονομία έχει πλέον εισέλθει στην έκτη διαδοχική χρονιά ύφεσης, έχει ήδη συρρικνωθεί περισσότερο από 20% και η κατανάλωση έχει υποχωρήσει περισσότερο από 17%, ενώ οι επίσημα καταγεγραμμένοι άνεργοι ξεπερνούν τα 1.350.000 άτομα. Παρ’ όλα αυτά, το γενικό επίπεδο τιμών, δηλαδή ο πληθωρισμός της χώρας, από το καλοκαίρι του 2008 έως το περασμένο καλοκαίρι έχει αυξηθεί κατά 10%.
Από την ανάλυση των στοιχείων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής προκύπτει ότι η τιμή των αβγών αυξήθηκε κατά 6% τον Ιούνιο του 2012 σε σχέση με τον Ιούνιο του 2011 και κατά 30% σε σχέση με τον ίδιο μήνα το 2008, καθώς στην αρχή της κρίσης η τιμή τους ήταν 2,11 ευρώ, το 2011 είχε ανέλθει στα 2,76 ευρώ και το περασμένο καλοκαίρι διαμορφώθηκε στα 2,86 ευρώ. Αντίστοιχα, η τιμή της ζάχαρης έχει αυξηθεί τον ίδιο μήνα κατά 28% από το 2008 και κατά 8% σε σύγκριση με το 2011. Ενα βαζάκι μαρμελάδα είχε τιμή αυξημένη κατά 26% σε σχέση με τέσσερα χρόνια πριν, ενώ σε σχέση με το 2011 η τιμή της έχει αυξηθεί κατά 2%.
Ανάλογες αυξητικές τάσεις παρατηρούνται και σε άλλα βασικά προϊόντα. Ενα λίτρο γάλα στοιχίζει κατά 3,5% ακριβότερα σε σχέση με το 2011, ένα κιλό χοιρινές μπριζόλες έχει ανατιμηθεί κατά 2% και ένα υγρό καθαρισμού κατά 1,2%.
Από τα στοιχεία της Eurostat η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των ακριβότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως τα γαλακτοκομικά, κατέχει τα σκήπτρα, με τις τιμές να είναι περίπου 30% υψηλότερα σε σχέση με τον κοινοτικό μέσο όρο.
Η στρέβλωση αυτή της ελληνικής οικονομίας αντικατοπτρίζεται ξεκάθαρα στα στοιχεία της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Τον περασμένο Ιούνιο οι τιμές σε βασικά αγροτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται ως πρώτες ύλες στην παρασκευή τροφίμων υποχώρησαν σημαντικά σε σχέση με το 2011, όμως οι τιμές καταναλωτή έχουν αυξηθεί. Για παράδειγμα, η τιμή του μαλακού σίτου υποχώρησε κατά 17,4% τον Ιούνιο του 2012, του σκληρού σίτου κατά 13% και του καλαμποκιού κατά 26,7%. Ωστόσο, η τιμή καταναλωτή στην κατηγορία ψωμί/δημητριακά αυξήθηκε κατά 1,4%.
Φέτος για πρώτη φορά ύστερα από 50 χρόνια η ελληνική οικονομία αναμένεται να εμφανίσει αρνητικό πληθωρισμό, ενώ η κρίση στην πραγματική οικονομία συνεχίζει να βαθαίνει. Σύμφωνα με πρόσφατες προβλέψεις της Κομισιόν, για πρώτη φορά από το 1962 αναμένεται αρνητικός πληθωρισμός της τάξεως του -0,5%, υπό το βάρος των τεράστιων περικοπών στα εισοδήματα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και με την ανεργία να αυξάνεται ιλιγγιωδώς.
Τι λένε οι δανειστές
Το άκρως παράδοξο της ελληνικής οικονομίας έχει άλλωστε τονιστεί ποικιλοτρόπως και από τους δανειστές μας. Μάλιστα, η τρόικα φέρεται να έχει ασκήσει πιέσεις στο οικονομικό επιτελείο για το συγκεκριμένο θέμα και φέρεται να έχει υποστηρίξει ότι η ακαμψία των τιμών πιθανόν να οφείλεται στο ότι υπάρχει ακόμη διαθέσιμο εισόδημα και ότι η μείωσή του είναι κατ’ ουσίαν ονομαστική και όχι πραγματική.
Ο επικεφαλής της «Ομάδας Δράσης» Χορστ Ράιχενμπαχ μόλις την περασμένη εβδομάδα διαπίστωσε τον τεράστιο αντίκτυπο που έχει για την ελληνική κοινωνία το γεγονός ότι η ύφεση δεν συνοδεύεται και από μείωση των τιμών. Σημείωσε δε την ανάγκη να γίνουν περισσότερες ενέργειες ώστε να υπάρξει ευελιξία στο θέμα των τιμών και αύξηση του ανταγωνισμού.
Νεκταρία Σταμούλη

