Παρά τις πρόωρες αποπληρωμές των πρώτων μνημονιακών δανείων και τα τεράστια υπερπλεονάσματα, στο τέλος του γ’ τριμήνου του 2025 διαμορφώθηκε στα 367,852 δισ., ενώ τότε άγγιζε τα 330,4 δισ. ευρώ
Παρά τις πρόωρες αποπληρωμές των πρώτων μνημονιακών δανείων και τα τεράστια υπερπλεονάσματα που καταγράφει η χώρα τα τελευταία χρόνια, το δημόσιο χρέος παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Αν και φαινομενικά η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αποτελεί μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη, πίσω από τα ποσοστά κρύβεται μια λιγότερο αισιόδοξη πραγματικότητα: σε απόλυτους αριθμούς το ελληνικό χρέος παραμένει πολύ υψηλότερο από τα επίπεδα του 2010. Υπενθυμίζεται πως το ποσοστό του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ άγγιζε τότε το 142,5% ή τα 330,4 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), στο τέλος του γ’ τριμήνου του 2025 το δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε στα 367,852 δισ. ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί πως με βάση τις προβλέψεις του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών το 2025, όπως έχουν αποτυπωθεί στον νέο Προϋπολογισμό, εκτιμάται ότι το 2025 θα κλείσει με δημόσιο χρέος κοντά στα 362,8 δισ. ευρώ, ενώ η πρόβλεψη για το τρέχον έτος έχει τοποθετηθεί περίπου στα 359 δισ. ευρώ.
Με άλλα λόγια, 16 χρόνια μετά την είσοδο της χώρας στα καταστροφικά προγράμματα στήριξης, τις λάθος συνταγές του ΔΝΤ που ακολούθησαν πιστά οι κυβερνήσεις και οκτώ χρόνια έπειτα από την έξοδο από τα Μνημόνια, η Ελλάδα συνεχίζει να χρωστά σχεδόν 37 δισ. ευρώ περισσότερα από την περίοδο που μπήκε η χώρα σε διεθνή εποπτεία. Παρά τα υπερπλεονάσματα και τις αποπληρωμές ομολόγων στους δανειστές, το ελληνικό χρέος διατηρείται σε υψηλά επίπεδα σε απόλυτους αριθμούς, ωστόσο μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ. Με βάση τις εκτιμήσεις του νέου Προϋπολογισμού που ψηφίστηκε από τη Βουλή στο τέλος του περασμένου έτους, το χρέος ως ποσοστό ΑΕΠ θα διαμορφωθεί φέτος στο 138,2%, από 145,9% το 2025, σημειώνοντας πτώση κατά 45 ποσοστιαίες μονάδες από το 183,2% που ήταν το 2019 (βλέπε πίνακα).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, το γ’ τρίμηνο του 2025 τα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης αυξήθηκαν αισθητά, φτάνοντας τα 32,664 δισ. ευρώ από 29,407 δισ. ευρώ. Η αύξηση αυτή στηρίχτηκε κυρίως στη διόγκωση της φορολογικής επιβάρυνσης. Οι φόροι στο εισόδημα και στην περιουσία ανήλθαν σε 7,089 δισ. ευρώ, ενώ οι φόροι στην παραγωγή και στις εισαγωγές έφτασαν τα 11,465 δισ. ευρώ. Ακόμη και οι κοινωνικές εισφορές αυξήθηκαν, γεγονός που καταδεικνύει ότι η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών προέρχεται πρωτίστως από την πίεση προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις και όχι από μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου.
Παράλληλα, οι συνολικές δαπάνες αυξήθηκαν στα 28,763 δισ. ευρώ, με τις πρωτογενείς δαπάνες να ξεπερνούν τα 26,8 δισ. ευρώ. Σημειώνεται πως με βάση τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, τον πρώτο λόγο στη διαμόρφωση του δημοσιονομικού χώρου έχουν οι πρωτογενείς δαπάνες, ενώ υπάρχει «ταβάνι» στο ετήσιο ποσοστό αύξησής τους. Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ., οι κοινωνικές παροχές και οι αμοιβές εργασίας παραμένουν υψηλές, ενώ οι επιδοτήσεις αυξήθηκαν σημαντικά, υποδηλώνοντας μια πολιτική βραχυπρόθεσμων παρεμβάσεων αντί για διαρθρωτικές λύσεις.


