Το Βερολίνο θέλει να αναδειχτεί σε ηγέτη της Ε.Ε. με τη δημιουργία ενός σχήματος που θα αποτελείται από τις έξι ισχυρότερες οικονομίες της
Σε μια εποχή κατά την οποία οι γεωπολιτικές πλάκες μετατοπίζονται προκαλώντας έντονους κλυδωνισμούς στα παραδοσιακά θεσμικά οικοδομήματα, η Γερμανία αναδεικνύεται (ή τουλάχιστον προσπαθεί να αναδειχτεί) ως η «επικαιροποιημένη» de facto ηγέτιδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
- Από τον Γιώργο Τραπεζιώτη
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, που έφερε μαζί της την απομονωτική πολιτική του δόγματος «America First», αλλά και τις επεκτατικές διαθέσεις του Αμερικανού προέδρου σε περιπτώσεις όπως η Γροιλανδία, αφήνει πλέον την Ε.Ε. εκτεθειμένη. Μόνη, μέσα σε έναν κόσμο που, ενώ «βρέχει κρίσεις», λείπει πια η παραδοσιακή αμερικανική ομπρέλα προστασίας.
Και το Βερολίνο, που ήδη έχει «διαβάσει» το κενό ασφάλειας, είτε από ανάγκη είτε από στρατηγική ευκαιρία, φαίνεται πως έχει τη διάθεση -ή τουλάχιστον έτσι δηλώνει- να σπεύσει να το καλύψει. Με ποιον τρόπο; Προωθώντας μια Ευρώπη «δύο ταχυτήτων», που θυμίζει έντονα τις διαιρέσεις του παρελθόντος. Ο αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών της χώρας Λαρς Κλίνγκμπαϊλ σε πρόσφατη εκδήλωση που διοργάνωσε η εφημερίδα «Die Welt», με καλεσμένους κορυφαίους πολιτικούς αλλά και επιχειρηματικούς παράγοντες της Γερμανίας, τάχθηκε ανοιχτά υπέρ αυτής της προσέγγισης.
«Είναι ζωτικής σημασίας να βασιστούμε στις δικές μας δυνάμεις» δήλωσε, τονίζοντας ότι η Γερμανία, μαζί με τη Γαλλία και άλλους εταίρους, θα προχωρήσει μπροστά για να καταστήσει την Ευρώπη ισχυρότερη και πιο αυτόνομη. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, που υπογράμμισε την ανάγκη η Ευρώπη να γίνει πολιτική δύναμη που διαμορφώνει τον κόσμο τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά. «Δεν υπάρχει γεωπολιτική επιρροή χωρίς οικονομικό δυναμισμό» είπε ο Μερτς, καλώντας για βαθύτερες μορφές συνεργασίας.
Δεν έγιναν τυχαία
Αυτές οι δηλώσεις δεν είναι μεμονωμένες, ενώ σαφώς και δεν έγιναν… τυχαία. Ηδη ο Κλίνγκμπαϊλ απέστειλε σχετική κοινή επιστολή προς τους ομολόγους του από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Πολωνία, την Ισπανία και την Ολλανδία, προτείνοντάς τους τη δημιουργία ενός νέου σχήματος-μπλοκ που θα αποτελείται από τις έξι ισχυρότερες οικονομίες της Ε.Ε. Στόχος; Η ενίσχυση της κυριαρχίας, της ανθεκτικότητας και της ανταγωνιστικότητας, μέσω ενός σχεδίου τεσσάρων πυλώνων, το οποίο θα στηρίζεται στην ένωση χρηματαγορών, στην ενίσχυση του ευρώ, στον συντονισμό των επενδύσεων στην άμυνα, αλλά και στη διασφάλιση πρώτων υλών.
Η τηλεδιάσκεψη που ακολούθησε θεωρείται από το Βερολίνο η εναρκτήρια σύνοδος αυτής της «ομάδας των Εξι», με επόμενο βήμα μια διά ζώσης συνάντηση στο Eurogroup. Με τη σκιά του Τραμπ να λειτουργεί σαν καταλύτης και παράγοντας αφύπνισης για μια σειρά από ζητήματα για τη γηραιά ήπειρο, οι Γερμανοί είναι σαφές πως επιχειρούν να αντιμετωπίσουν ακόμα μία κρίση ως ευκαιρία (τους). Και οι εξελίξεις είναι δυναμικές. Ισως για αυτό το Βερολίνο να επιλέγει τελικώς να βαδίσει στην πεπατημένη.
Στη δοκιμασμένη συνταγή, δηλαδή, μιας Ευρώπης «δύο ταχυτήτων», που θυμίζει έντονα τη σκοτεινή εποχή των Μνημονίων, όταν η Γερμανία, με την ανοχή της Ανγκελα Μέρκελ, άφηνε τον αδίστακτο υπουργό Οικονομικών της Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να χωρίζει κυνικά την ήπειρο σε δύο ζώνες: Στον πλούσιο Βορρά και στον πάμφτωχο Νότο. Σήμερα η «ομάδα των Εξι» στέλνει το ίδιο μήνυμα: Δεν είμαστε όλοι στην ίδια μοίρα. Κάποιοι δίνουν τον τόνο, οι άλλοι –μοιραία– ακολουθούν.
Κάποτε, ο Χένρι Κίσινγκερ αναρωτιόταν ποιον αριθμό τηλεφώνου πρέπει να καλέσει αν θελήσει να μιλήσει με την Ευρώπη. Προφανώς ο Αμερικανός διπλωμάτης ήθελε με τη φράση αυτή να στηλιτεύσει την έλλειψη ενιαίας φωνής στη γηραιά ήπειρο. Μια φράση που παραμένει επίκαιρη, ενώ γεννιούνται κι άλλα ερωτήματα. Ο Τραμπ αποσύρεται σε μεγάλο βαθμό από τα ευρωπαϊκά πράγματα και η Γερμανία σπεύδει να προσφέρει μια απάντηση, αλλά με ποιο τίμημα; Οσο η Ε.Ε. θα μαθαίνει πάντως να στέκεται όρθια μόνη της, η ενότητα του ευρω-οικοδομήματος κινδυνεύει ξανά να γίνει προνόμιο των λίγων, σε μια ιστορικά κομβική στιγμή, που απαιτεί περισσότερη αλληλεγγύη και όχι νέους διαχωρισμούς.
Κάλας: Το ΝΑΤΟ πρέπει να γίνει πιο «ευρωπαϊκό» για να παραμείνει δυνατό
Την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ και η ομάδα του αφήνουν σκόπιμα να πλανάται η αμφιβολία για το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων, η Ευρώπη δείχνει κάποια σημάδια αφύπνισης. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας, μιλώντας από το βήμα της ετήσιας συνδιάσκεψης του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Αμυνας (EDA), ήταν κατηγορηματική: η Ατλαντική Συμμαχία πρέπει να γίνει «πιο ευρωπαϊκή» για να διατηρήσει την ισχύ της. Συνεπικουρούμενη από τον επίτροπο Αμυνας Αντριους Κουμπίλιους, που χαρακτήρισε την Ευρώπη «κοιμισμένο γίγαντα» και προειδοποίησε ότι πρέπει «να οικοδομήσουμε πολύ γρήγορα την αμυντική μας ανεξαρτησία, «χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς δικαιολογίες».
Οι δηλώσεις αυτές αποτελούν άμεση απάντηση στις σκληρές τοποθετήσεις του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, ο οποίος πριν από δύο ημέρες, ενώπιον της Επιτροπής Αμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απέρριψε κατηγορηματικά την ιδέα μιας ευρωπαϊκής άμυνας χωρίς τις ΗΠΑ. Η Κάλας επιχείρησε εντούτοις να μετατοπίσει το βάρος σημειώνοντας πως «θέλουμε ισχυρούς διατλαντικούς δεσμούς. Οι ΗΠΑ θα παραμείνουν εταίρος, αλλά η Ευρώπη οφείλει να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα». Ενώ και ο Κουμπίλιους, στον απόηχο της αμερικανικής οπτικής που υποστηρίζει πως το ΝΑΤΟ χρειάζεται να γίνει «πιο ευρωπαϊκό» για να μείνει αξιόπιστο, σημείωσε ότι η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από τις ΗΠΑ σε κρίσιμους τομείς. Παρ’ όλα αυτά, «ανεξαρτησία δεν σημαίνει μόνοι. Σημαίνει μαζί» τόνισε.
Τα νούμερα πάντως ήδη αποτυπώνουν μια μεταστροφή: Οι αμυντικές δαπάνες των «27» αυξήθηκαν 19% το 2024, φτάνοντας τα 343 δισ. ευρώ (EDA), ενώ το 2025 προβλέπονται 381 δισ. ευρώ. Παρά την πρόοδο όμως, που επιτυγχάνεται μεν στον αμυντικό τομέα, αλλά αφαιμάσσει πόρους από πολιτικές ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους, ενώ η Ε.Ε. «βράζει» και πολιτικά, η εξάρτηση παραμένει βαθιά. Και η αναζήτηση της χρυσής τομής (θα έπρεπε να) παραμένει το ζητούμενο. Το αν την επόμενη μέρα, λοιπόν, αναδυθεί μια πιο ώριμη Ευρώπη μένει να αποδειχθεί. Η απάντηση πάντως σε αυτό δεν περνά μέσα από τα ευρω-δισεκατομμύρια, αλλά από την πολιτική βούληση. Που απαιτεί ηγέτες.

