Απέμειναν περίπου δύο μήνες μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ και το ενδιαφέρον είναι τεράστιο. Οχι για το ίδιο το αντικείμενο των εκλογών καθαυτό βέβαια, αλλά γιατί πολλοί τις αντιμετωπίζουν ως ένα οιονεί δημοψήφισμα για τον κ. Τραμπ – μια προσωπαγής ανάγνωση των εκλογών, που δεν βλέπει το μείζον.
- Του Α. Π. Δημόπουλου
Γιατί, ακόμα και εάν ο κ. Τραμπ υποστεί την ήττα που πολλοί ελπίζουν στις εκλογές αυτές (ένα μεγάλο «εάν» αυτή τη στιγμή, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι μπορεί ακόμα ρεαλιστικά να προσδοκά τουλάχιστον τον έλεγχο της Γερουσίας), αυτό δεν θα μεταφραστεί αυτόματα σε πλεονέκτημα των Δημοκρατικών ούτε για τις προεδρικές εκλογές του 2028 ούτε γενικότερα για τους προσεχείς εκλογικούς κύκλους.
Κάθε άλλο, η εμμονή με το πρόσωπο του κ. Τραμπ συσκοτίζει το μείζον παράδοξο των πολιτικών εξελίξεων στις ΗΠΑ, που είναι ακριβώς ότι οι πολιτικές απώλειες των Ρεπουμπλικάνων δεν συνεπάγονται αυτόματα πολιτικά κέρδη των Δημοκρατικών και αυτό γιατί οι τελευταίοι διάγουν μια διαδικασία «σχάσης». Ναι, «σχάση», όπως στη φυσική, μεταστοιχείωση και διαίρεση, που εκλύει μεγάλη ενέργεια, δηλαδή ένα πολιτικό «ιδού» και ένα «μπαμ» ταυτόχρονα, που η συνεχιζόμενη υστερία με το πρόσωπο του κ. Τραμπ κάνει πολλούς ανήμπορους να διακρίνουν.
Σχάση που έλαβε χώρα πρώτα με τους Ρεπουμπλικάνους, γιατί αυτό ακριβώς ήταν το φαινόμενο Τραμπ στην άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος, μεταστοιχείωση και διαίρεση ενός ιστορικού κόμματος με έκλυση μεγάλης πολιτικής ενέργειας, με μία κρίσιμη διαφορά όμως. Ο κ. Τραμπ διαίρεσε πράγματι, εκλύοντας μεγάλη ενέργεια, τους Ρεπουμπλικάνους, όμως το αποτέλεσμα ήταν μια εκλογικά θετική μεταστοιχείωση – το «τραμπικό» GOP θριάμβευσε στις τελευταίες εκλογές, επιτυγχάνοντας «trifecta» («τριπλέτα», Προεδρία/Γερουσία/Βουλή). Και ο λόγος βέβαια ήταν ότι αυτή η μεταστοιχείωση πήγε το κόμμα προς τα δεξιά, όπου συνάντησε την πλειοψηφία της κοινωνίας, που είχε ήδη μετακινηθεί εκεί.
Οι Δημοκρατικοί
Και στην άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος, οι Δημοκρατικοί έχουν εισέλθει και αυτοί στην ίδια διαδικασία μεταστοιχείωσης και διαίρεσης (με έκλυση ομοίως μεγάλης ενέργειας), όπως στο παρελθόν οι Ρεπουμπλικάνοι, μόνο που εδώ η «σχάση» είναι ανολοκλήρωτη – το κόμμα σπαράσσεται μεταξύ μιας κεντρώας στροφής (στην παράδοση Κλίντον και Ομπάμα) και μιας στροφής όχι απλώς «στα αριστερά» αλλά σε μια γνήσια κατεύθυνση «σοσιαλισμού», διαδικασία που ξεκίνησε πρώτος το 2016 ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς διεκδικώντας το χρίσμα (και χάνοντάς το από την κυρία Κλίντον) και συνεχίζουν σήμερα οι επίγονοι.
Επίγονοι, που όντως συγκεντρώνουν εξίσου μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον με τον κ. Τραμπ στις ΗΠΑ σήμερα, γιατί πολλοί τους βλέπουν ακριβώς ως την αναπόφευκτη «άλλη όψη» ενός αντισυστημικού νομίσματος «που πουλάει». Εκτός ΗΠΑ κάποια από τα πρόσωπα αυτά είναι ήδη γνωστά, όπως ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζοράν Μαμντάνι ή η βουλευτής Αλέξάντρια Οκάσιο Κορτέζ (αυτήν τη στιγμή τρίτη στις προτιμήσεις για το χρίσμα των προεδρικών εκλογών σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις) ή ο γενάρχης των «προοδευτικών» Μπέρνι Σάντερς, όμως αυτό που δεν γίνεται ίσως κατανοητό είναι τι ακριβώς σημαίνει πολιτικά αυτή η αναμέτρηση μεταξύ «προοδευτικών» και «κεντρώων» και ότι μια τυχόν επικράτηση των πρώτων θα μετέτρεπε το Δημοκρατικό Κόμμα σε ένα ριζοσπαστικό σοσιαλιστικό κόμμα και θα άλλαζε άρδην όχι μόνο τις παραδοσιακές ρηγματώσεις της αμερικανικής πολιτικής αλλά και τον κόσμο.
Το πρόβλημα είναι ότι, όταν ακούμε για όλα αυτά, νομίζουμε ότι μιλάμε για τις γνώριμες παραδοσιακές νόρμες της σοσιαλδημοκρατίας. Και πράγματι, ένα τμήμα της «προοδευτικής ατζέντας» στην Αμερική αφορά αυτό (ελάχιστο εισόδημα, εθνικό σύστημα υγείας, μαζικά προγράμματα στέγασης, τη γνωστή «woke» ατζέντα), όμως ο λόγος που στον αμερικανικό Τύπο γίνεται πρωτοσέλιδο ότι αυτοί οι «δημοκρατικοί σοσιαλιστές» αλώνουν εκ των έσω το Δημοκρατικό Κόμμα (έχουν κερδίσει σε δεκάδες προκριματικές το χρίσμα από «κεντρώους» αντιπάλους στον παρόντα πολιτικό κύκλο και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι συγκεντρώνουν τεράστιες πλειοψηφίες στο κόμμα στις ηλικίες κάτω των 40) είναι αυτά που συνήθως δεν ακούμε.
Είτε τις διεθνείς τους «θέσεις» -όπως η έξοδος των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ ή η αναγνώριση της Παλαιστίνης ως κράτους και της Ιερουσαλήμ ως «πρωτεύουσάς» της- είτε τις «θέσεις» εσωτερικής πολιτικής – κατάργηση της αστυνομίας και των «κατασταλτικών μηχανισμών» έναντι «κοινωνικών» δομών συμμόρφωσης ή τη χορήγηση υπηκοότητας σε κάθε μετανάστη ή την πληρωμή αποζημιώσεων στους μαύρους των ΗΠΑ έναντι της δουλείας των προγόνων τους τους προηγούμενους αιώνες! Και αυτό εξηγεί γιατί το μείζον με τις ενδιάμεσες εκλογές δεν είναι αν θα υποστεί ήττα ο κ. Τραμπ αλλά ότι με το Δημοκρατικό Κόμμα να περνά τη δική του διαδικασία «σχάσης», το στρατηγικό πλεονέκτημα είναι και θα παραμείνει αποφασιστικά ρεπουμπλικανικό για πολλά ακόμα χρόνια.
Εμφύλιος
Γιατί η εν εξελίξει «σχάση» των Δημοκρατικών οδηγεί μοιραία το κόμμα προς τα αριστερά (για δημογραφικούς λόγους), ακόμα και εάν το 2028 επιλεγεί, έπειτα από εμφύλιο πόλεμο, κάποιος «κεντρώος». Αντίθετα όμως με τον κ. Τραμπ, που διαίρεσε το κόμμα και υπήρξε πολιτικά επιτυχής γιατί το πήγε «στα δεξιά», εκεί δηλαδή που είχε ήδη μετακινηθεί η κοινωνία, εάν η σχάση των Δημοκρατικών πάει τελικά το κόμμα στα αριστερά, θα το κινήσει στην αυτάρεσκη μοναξιά και αυτό θα καθορίσει μονοσήμαντα την πολιτική της Αμερικής, ανεξαρτήτως εάν ο κ. Τραμπ χάσει τελικά τον Νοέμβριο το Τέξας.



