Ποια παγίδα, με «όπλα» την επιλογή του χρόνου για προσφυγή στις κάλπες, την προεδρική εκλογή του 2020 και την εφαρμογή της απλής αναλογικής, σχεδιάζει να στήσει στη Ν.Δ. και στον Κ. Μητσοτάκη ο πρωθυπουργός
Από τον
Ανδρέα Καψαμπέλη
Από το νησί των Φαιάκων, όπου βρίσκεται για τις ημέρες του Πάσχα, ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας θα σχεδιάσει τη στρατηγική με την οποία θα βαδίσουν ο ίδιος και η κυβέρνησή του προς τις επόμενες εκλογές ύστερα από το οριστικό κλείσιμο της συμφωνίας με τους δανειστές.
Οπως όλα δείχνουν, η συμφωνία θα περάσει από αρκετά στάδια, καθώς ακόμη και το νέο χρονοδιάγραμμα που έχει τεθεί τοποθετεί την επικύρωσή της ενδεχομένως στις αρχές του Μαΐου μέσω έκτακτης σύγκλησης του Eurogroup. Ακόμη όμως κι αν καθυστερήσει έως τις 22 Μαΐου, οπότε έχει προγραμματιστεί η επόμενη συνεδρίαση, θεωρείται πολύ δύσκολο πλέον να υπάρξει κάποια αρνητική έκπληξη που θα οδηγούσε σε καινούργιο ναυάγιο.
Απόκρυψη
Οπως αποκαλύπτεται άλλωστε, η κυβέρνηση έχει αποδεχτεί κατ’ ουσίαν όλες τις απαιτήσεις των δανειστών, φροντίζοντας μάλιστα να εξωραΐζει ή και να αποκρύπτει τις πιο δυσάρεστες πτυχές των μέτρων που έχουν συμφωνηθεί και οι οποίες, για λόγους τακτικής, γίνονται γνωστές σταδιακά. Αυτό που στην πραγματικότητα απομένει είναι η Εαρινή Σύνοδος του ΔΝΤ στις 21-23 Απριλίου, όπου θα γίνει συζήτηση και για το θέμα του ελληνικού χρέους.
Αυτό θα προσφέρει και το άλλοθι στην ελληνική πλευρά για να θεωρήσει ότι ξεκινά η διαδικασία για τη ρύθμισή του και ως εκ τούτου έχει επιτευχθεί η προϋπόθεση που έθετε για να υπάρξει ολοκληρωμένη συμφωνία με τους δανειστές. Αν και η σχετική συζήτηση θυμίζει το κλασικό παίγνιο υπό τη μορφή ερωτήματος αν «η κότα έκανε το αβγό ή το αβγό την κότα», η κυβέρνηση έχει τεράστια ανάγκη από ένα πολύ ισχυρό αντιστάθμισμα, έστω και επικοινωνιακής αξίας στην παρούσα φάση, για τον νέο Αρμαγεδδώνα που έρχεται στην ελληνική κοινωνία.
Από εσωκομματικής πλευράς πάντως, ο κ. Τσίπρας δεν ανησυχεί. Στην Κέρκυρα δεν θα χρειαστεί να ασχοληθεί με τυχόν πιθανούς αντάρτες του ΣΥΡΙΖΑ. Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής την περασμένη Κυριακή δεσμεύει όλους τους βουλευτές στην υπερψήφιση της συμφωνίας, ενώ ακόμη και η σημαντικά συρρικνωμένη τάση των «53», που λειτουργεί ως λανθάνουσα εσωκομματική αντιπολίτευση υπό τον Νίκο Φίλη, όχι μόνο δεν διαφοροποιείται ως προς το διά ταύτα, αλλά και δεν θέτει, τουλάχιστον ανοιχτά, θέμα προσφυγής στη λαϊκή ψήφο.
Υστερα από μια μακρά περίοδο ομφαλοσκόπησης, άλλωστε, σχεδόν άπαντες συμφωνούν πλέον στον ΣΥΡΙΖΑ ότι θα ήταν αυτοκτονική η διεξαγωγή εκλογών στην παρούσα φάση. Το σενάριο της λεγόμενης «ηρωϊκής εξόδου» έχει ατονήσει και αυτό που σταθμίζει τώρα ο κ. Τσίπρας είναι αν πρέπει να προγραμματίσει τις εκλογές για το δεύτερο εξάμηνο του 2018 ή για τα μέσα του 2019 μαζί με τις αυτοδιοικητικές και τις ευρωεκλογές.
Υπό την προϋπόθεση ότι έστω και μετά δυσκολίας δεν θα επιδεινωθούν περαιτέρω οι συνθήκες και ότι η χώρα θα βαδίσει προς τη λήξη του τρίτου προγράμματος δίχως να χρειαστεί να ληφθούν επιπλέον μέτρα για το 2018, η λύση των εκλογών το φθινόπωρο της επόμενης χρονιάς κερδίζει έδαφος με τα μέχρι στιγμής δεδομένα.
Από τη στιγμή, μάλιστα, που η κυβέρνηση δεν απέτρεψε την εφαρμογή των νέων μέτρων σχετικά με την περικοπή των συντάξεων από τις αρχές του 2019 και τη μετάθεσή τους για το 2020, η απόπειρα εξάντλησης της τετραετίας μεταφράζεται σε πρόσθετο εκλογικό και κοινωνικό κόστος δίχως εύκολη στρατηγική διέξοδο για τον ΣΥΡΙΖΑ.
Πλεονέκτημα
Πέραν αυτού, η λύση του 2018 προσφέρει ένα σχετικό πλεονέκτημα. Εφόσον κερδίσει τις εκλογές η Ν.Δ. και μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση, είτε αυτοδύναμη είτε συνεργασίας, θα χρειαστεί να περάσει μέσα από πραγματικό ναρκοπέδιο, το οποίο στρώνεται τώρα με την επικείμενη συμφωνία των 3,6 δισ. ευρώ.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, ο ορίζοντάς της θα είναι περιορισμένος, αφού την άνοιξη του 2020 θα πρέπει να γίνει η εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας. Επομένως, στον περίπου ενάμιση χρόνο που θα μεσολαβήσει εκτιμάται, αφενός, ότι η νέα κυβέρνηση θα υποστεί σημαντική φθορά και, αφετέρου, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση θα έχει αποκτήσει τη νομιμοποίηση να θέσει θέμα νέας λαϊκής εντολής. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολιτικά ανέφικτο αλλά και ανόητο να συμβεί στην περίπτωση που οι εκλογές γίνουν μετά τον Ιούνιο του 2019, οπότε η νέα κυβέρνηση θα έχει μόνο λίγους μήνες στη διάθεσή της για να κριθεί.
Το νέο σενάριο της «δεξιάς παρένθεσης» και η επιχείρηση για ανασύνταξη!
Η παγίδα την οποία σχεδιάζει ο κ. Τσίπρας για τον κ. Μητσοτάκη έχει μάλιστα και μία άλλη ενδιαφέρουσα παράμετρο. Είναι λίαν πιθανόν, αν όχι βέβαιο, ότι οι μεθεπόμενες εκλογές θα γίνουν με το σύστημα της απλής αναλογικής που έχει ήδη ψηφιστεί από την παρούσα Βουλή, αλλά δεν μπορεί να εφαρμοστεί λόγω του συνταγματικού περιορισμού των 200 θετικών ψήφων. Η αυξημένη αυτή πιθανότητα προκύπτει από τον διαφαινόμενο συσχετισμό δυνάμεων και στην επόμενη Βουλή, που δεν δίνει ούτε αντιστρόφως άθροισμα 200 εδρών. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν είναι πρώτη με διαφορά η Ν.Δ., δεν υπάρχουν δυνάμει πολιτικοί σύμμαχοι από τα μικρότερα κόμματα που θα συνέπρατταν μαζί της για να σχηματιστεί η αναγκαία πλειοψηφία ώστε να καταργηθεί αμέσως η απλή αναλογική, όπως έχει διακηρύξει ο κ. Μητσοτάκης.
Με αυτό το επικαιροποιημένο σενάριο της «δεξιάς παρένθεσης», ο κ. Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση των συζητήσεων για το κλείσιμο της συμφωνίας πρόκειται να ρίξουν το βάρος τους στην επιχείρηση ανασύνταξης και συσπείρωσης της εκλογικής βάσης τους. Η διαρκής αιμορραγία που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις αποτελεί για το Μέγαρο Μαξίμου και την Κουμουνδούρου το σοβαρότερο πρόβλημα, το οποίο επιχειρούν να αντιμετωπίσουν αναβιώνοντας τις διαχωριστικές γραμμές.
Προς αυτήν την κατεύθυνση αναμένεται να αξιοποιηθούν όλες οι υποθέσεις σκανδάλων του παρελθόντος, που τώρα έρχονται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, καθώς και η αντιδιαστολή με τις «νεοφιλελεύθερες επιλογές», που, κατά τον ΣΥΡΙΖΑ, θα εφαρμόσει η Ν.Δ. αν κυβερνήσει. Οπως ομολογούν συνομιλητές του Μεγάρου Μαξίμου, στόχος είναι -άσχετα από την επίσημη ρητορική- να μπορέσει να «κρατηθεί» ο ΣΥΡΙΖΑ σε ποσοστά άνω του 20%, επαναπατρίζοντας ένα μεγάλο τμήμα των αναποφάσιστων, ώστε το σχέδιο για εκλογές το φθινόπωρο του 2018, με τον νου στραμμένο στην άνοιξη του 2020, να έχει πολιτικό νόημα…

