Ολοκληρώθηκε χθες η άτυπη Σύνοδος Κορυφής των 27 κρατών-μελών. Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στην εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς και τη διασφάλιση της οικονομικής αυτονομίας, αφήνοντας όμως να φανούν ξανά οι βαθιές διαφορές τους που τα εμποδίζουν να κινηθούν γρήγορα και συντονισμένα
Στο απομονωμένο κάστρο Alden Biesen, στο βελγικό Ράικχοφεν, οι ηγέτες των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Eνωσης ολοκλήρωσαν χθες τις εργασίες της άτυπης Συνόδου Κορυφής με κεντρικό στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Eνωσης.
- Από τον Γιώργο Τραπεζιώτη
Την ώρα που η Ευρώπη αντιμετωπίζει υπαρξιακές πολιτικές προκλήσεις, έντονες γεωστρατηγικές πιέσεις και τον υπαρκτό κίνδυνο να συνθλιβεί από την οικονομική μέγκενη των ΗΠΑ και της Κίνας, η συνάντηση ανέδειξε μια σαφή βούληση για δράση – χωρίς ωστόσο, να μετατρέψει τις στρατηγικές προθέσεις σε δεσμευτικές αποφάσεις.
Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στην εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς, στην υποστήριξη καινοτόμων επιχειρήσεων και στη διασφάλιση της οικονομικής αυτονομίας, αφήνοντας όμως να φανούν -ξανά- οι βαθιές διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών, που παραμένουν και η μεγαλύτερη τροχοπέδη στην ικανότητα της Ε.Ε. να κινηθεί γρήγορα και συντονισμένα.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα υπενθύμισε ότι η ενίσχυση της ενιαίας αγοράς αποτελεί πλέον επείγουσα στρατηγική επιταγή, προσθέτοντας ότι η προτεραιότητα είναι η απλοποίηση της νομοθεσίας, η μείωση των διοικητικών βαρών και η κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων για την ενίσχυση της καινοτομίας. Η παρουσία των πρώην Ιταλών πρωθυπουργών Μάριο Ντράγκι και Ενρίκο Λέτα έδωσε στο τραπέζι το περιθώριο για έναν ευρύτερο και τεκμηριωμένο διάλογο για τα εμπόδια και τη γραφειοκρατική δυσκαμψία της ενιαίας αγοράς, όπως είχε αναδειχθεί στις εκθέσεις τους το 2024. Αρκούν, όμως, αυτά;
Από την πλευρά της, η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επανέφερε την ιδέα της «ευρωπαϊκής προτίμησης», προτείνοντας ότι οι εταιρίες που λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση θα πρέπει να προμηθεύονται εξοπλισμό και τεχνολογία από ευρωπαϊκές βιομηχανίες, ιδιαίτερα στους κρίσιμους και στρατηγικούς τομείς. Η πρόταση αυτή, ωστόσο, αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα από κράτη-μέλη, όπως από την άλλοτε πανίσχυρη Γερμανία, αλλά και από το Βέλγιο και την Ιταλία, κράτη που τόνισαν ότι τυχόν εφαρμογή μιας τέτοιας προσέγγισης πρέπει να περιοριστεί σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις και να είναι αναλογική. Ο λόγος; Για να μην έρχεται σε αντίθεση με τη συνολική εμπορική στρατηγική της Ε.Ε. και τις διεθνείς της δεσμεύσεις.
Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος ζήτησε σαφείς αποφάσεις έως τον Ιούνιο, προειδοποιώντας ότι σε περίπτωση αδράνειας η Ε.Ε. θα πρέπει να αξιοποιήσει το εργαλείο των «ενισχυμένων συνεργασιών», επιτρέποντας έτσι σε ομάδες κρατών-μελών να προχωρήσουν ταχύτερα. Η πρόταση αυτή, όμως, που αποτελεί πλέον ίσως και τον μοναδικό μηχανισμό που θα μπορούσε να δώσει τη διάσταση της «άμεσης δράσης», υπερβαίνοντας την αργή διαδικασία ομοφωνίας που κυριαρχεί στους κόλπους της Ε.Ε., ευλόγως προκάλεσε ανησυχίες για την ίδια την «ουσία» της ενότητας της Ενωσης.

Παράλληλα, οι ηγέτες χθες συζήτησαν και για την ανάγκη χρηματοδότησης μεγάλων έργων ευρωπαϊκής κλίμακας, την αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) αλλά και για την υιοθέτηση μέτρων για την καταπολέμηση της κερδοσκοπίας στις ενεργειακές τιμές, θέματα που ανέδειξαν τόσο την επιτακτική ανάγκη στήριξης της βιομηχανίας όσο όμως και τις διαφορετικές προτεραιότητες των κρατών. Η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι τόνισε τη σημασία της ιταλογερμανικής «ατμομηχανής» στην προώθηση της ανταγωνιστικότητας, αλλά δεν παρέλειψε να εξηγήσει ότι το σχήμα που περιγράφει δεν αποτελεί «αποκλειστική πρωτοβουλία» που στρέφεται κατά των άλλων κρατών-μελών.
Η συζήτηση για κοινό δανεισμό και ευρωομόλογα, που πρότεινε ο Μακρόν για επενδύσεις στην άμυνα, στην Τεχνητή Νοημοσύνη και την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, έδειξε τη διαρκή απόσταση μεταξύ φιλοδοξίας και συναίνεσης που χαρακτηρίζει ειδικά τον καιρό αυτό την ευρωοικογένεια. Και χώρες όπως η Ουγγαρία του Βίκτορ Ορμπαν αμφισβήτησαν εκ νέου και πολύ ανοιχτά την ανάγκη άμεσων κοινών επενδύσεων, επιμένοντας στην εθνική οικονομική αυτονομία.
Συμπερασματικά, θα έλεγε κάποιος πως η σύνοδος κατέληξε σε ένα γενικό πλαίσιο προθέσεων: υπογράμμισε την αναγκαιότητα ενίσχυσης της ενιαίας αγοράς, την προστασία ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από αθέμιτο ανταγωνισμό, την κινητοποίηση κεφαλαίων για καινοτομία και την επεξεργασία εργαλείων για ενισχυμένη συνεργασία. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες αποφάσεις για την εφαρμογή αυτών των μέτρων μετατίθενται στο μέλλον, ενώ οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν εμφανείς. Ποιο είναι, λοιπόν, το στοίχημα της επόμενης μέρας; Η Ευρώπη να «τρέξει» και κυρίως να μετατρέψει τη στρατηγική βούλησή της (όσο αυτή υπάρχει) σε άμεση και ορατή δράση, προτού συνθλιβεί.


