Η νέα τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή προσγειώνει απότομα τις κυβερνητικές προσδοκίες για το 2026. Ενώ το επικοινωνιακό αφήγημα επιμένει σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι τεχνοκράτες της Βουλής προειδοποιούν για σοβαρό «φρενάρισμα» της οικονομίας και έναν πληθωρισμό που απειλεί να βγει εκτός ελέγχου, τροφοδοτούμενος από την κρίση στη Μέση Ανατολή και τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Η ανάπτυξη «θολώνει» υπό το βάρος των 100 δολαρίων
Παρά την ευνοϊκή βάση του 2025, το Γραφείο αναθεωρεί την πρόβλεψη για την ανάπτυξη στο 2,0%, με το απαισιόδοξο σενάριο να την περιορίζει ακόμη και στο 1,7%. Ο καθηγητής Ιωάννης Τσουκαλάς κατέστησε σαφές ότι η ελληνική οικονομία παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη στις εξωτερικές πιέσεις: αν η τιμή του πετρελαίου σταθεροποιηθεί στα 100 δολάρια και η ΕΚΤ αναγκαστεί σε νέα αύξηση επιτοκίων, το αναπτυξιακό momentum της χώρας θα εξανεμιστεί. Η επισήμανση αυτή εκθέτει την έλλειψη εναλλακτικών εγχώριων μοχλών ανάπτυξης πέρα από την κατανάλωση, η οποία ήδη δέχεται πλήγμα.
Πληθωρισμός: Η Ελλάδα «πρωταθλήτρια» στην ακρίβεια
Τα στοιχεία για τον πληθωρισμό προκαλούν έντονο σκεπτικισμό. Τον Φεβρουάριο, η Ελλάδα κατέγραψε πληθωρισμό 3,1%, σχεδόν διπλάσιο από το 1,9% της Ευρωζώνης, καταρρίπτοντας το επιχείρημα ότι το φαινόμενο είναι αποκλειστικά εισαγόμενο. Η νέα πρόβλεψη για το 2026 «εκτοξεύει» τον πληθωρισμό στο 3,5%–4%, με τον κ. Τσουκαλά να υπογραμμίζει ότι «ο κίνδυνος είναι μόνο προς τα πάνω».
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η αναφορά σε επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται την αναταραχή για αδικαιολόγητες αυξήσεις. Η πρόταση του Γραφείου για ψηφιακή παρακολούθηση μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης προκειμένου να εντοπιστούν όσοι κερδοσκοπούν, αναδεικνύει την αδυναμία ή την απροθυμία των υφιστάμενων ελεγκτικών μηχανισμών να τιθασεύσουν την αισχροκέρδεια στην αγορά.
Υπερπλεόνασμα 4,5% από τη φορολογική αφαίμαξη
Το Γραφείο ανακοίνωσε ένα πρωτογενές πλεόνασμα-έκπληξη ύψους 4,5% για το 2025, το οποίο οφείλεται στην αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 2,5 δισ. ευρώ. Η επίδοση αυτή, αν και παρουσιάζεται ως δείγμα δημοσιονομικής υγείας, αντανακλά την υπερφορολόγηση των πολιτών μέσω των έμμεσων φόρων σε μια περίοδο ακρίβειας.
Ο επικεφαλής του Γραφείου τόνισε ότι σε περιόδους κρίσης οι επενδύσεις είναι το μόνο αντίβαρο, ωστόσο η πραγματικότητα δείχνει ότι η κατανάλωση και οι εξαγωγές πιέζονται ασφυκτικά. Το ερώτημα που προκύπτει από την έκθεση είναι αν η κυβερνητική πολιτική μπορεί να εγγυηθεί την κοινωνική συνοχή όταν οι μακροοικονομικοί δείκτες ευημερούν μέσω πλεονασμάτων, ενώ η πραγματική οικονομία βυθίζεται στην ακρίβεια και την αβεβαιότητα.


