Τελικά, μπορεί πάντοτε να δει κανείς το ποτήρι μισογεμάτο – πάρτε για παράδειγμα την ψηφοφορία που οργάνωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για το σχέδιο των νέων χαρτονομισμάτων του ευρώ.
- Του Α. Π. Δημόπουλου
Γιατί, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντέτειναν ότι σε μια εποχή γνήσιας αστάθειας, μάλλον «τα παιδία παίζει» (εάν δε τελικά επιβεβαιωθεί ότι συμμετείχαν περίπου 10 από τα 300 εκατομμύρια ενηλίκων της ζώνης του ευρώ, η κριτική θα στηρίζεται πλέον και σε αριθμούς), εντούτοις γεγονός παραμένει ότι αυτό που έμοιαζε με γραφιστικό διαγωνισμό, κατέληξε να αποκτήσει ένα σαφές διττό πολιτικό νόημα – και αυτό έκανε όντως το ποτήρι να γεμίσει.
Γιατί η ψηφοφορία για το σχέδιο των νέων χαρτονομισμάτων κατέληξε να γίνει σε μεγάλο βαθμό αντιληπτή στη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε ως διαδικασία στήριξης του φυσικού χρήματος και κατά τούτο επέφερε πλήγμα στο νοσηρό αφήγημα ότι θα πρέπει δήθεν να ψηφιοποιήσουμε ακόμα και το χρήμα.
Γιατί, εάν όντως βαίναμε προς τα εκεί (σκέφτηκαν πολλοί), τι νόημα θα είχε να επιλέξουμε σχέδιο και μάλιστα για χαρτονομίσματα που θα τεθούν σε κυκλοφορία μετά το 2030; Ή, με άλλη διατύπωση, η ψηφοφορία έγινε τελικά a fortiori αντιληπτή, ως μια εκδήλωση απώθησης του ψηφιακού χρήματος και αυτό εξηγεί το ενδιαφέρον που προκάλεσε, γιατί, έτσι ιδωμένο, το πράγμα γινόταν μείζον.
Και γινόταν διπλά μείζον, γιατί ήταν η ίδια η ΕΚΤ η οποία αναγόρευσε ρητά την ψηφοφορία για τα νέα χαρτονομίσματα σε «ψήφο εμπιστοσύνης για το φυσικό χρήμα», προκαλώντας ομολογουμένως γενικευμένη κατάπληξη σε όσους την είχαν (δικαίως) κατατάξει, με βάση την προηγούμενη συμπεριφορά της, στους ψηφιακούς σταυροφόρους.
Οχι φυσικά ότι η ΕΚΤ ή οι λοιποί θεσμοί της ευρωγραφειοκρατίας δεν παραμένουν ιδεολογικά ταγμένοι στην κατάργηση του φυσικού χρήματος, ως της απόλυτης μεθόδου για τον έλεγχο του πολίτη, όμως ακριβώς το γεγονός ότι ακόμα και η ΕΚΤ αναγκάσθηκε, εκούσα άκουσα, να αλλάξει ρότα και να διαφημίσει ρητά μάλιστα (μέσω της καμπάνιας της ψηφοφορίας) αυτήν την τροπή της σε Jekyll από Hyde δείχνει πόσο έχουν αλλάξει στάσεις και καιροί.
Οχι μόνο στις ΗΠΑ, όπου ο πρόεδρος Τραμπ και το Κογκρέσο σταμάτησαν αποφασιστικά στις ράγες του το οργουελικό τρένο της ψηφιοποίησης του δολαρίου (προεδρικό διάταγμα 14178 και νόμος 119-101). Το ίδιο συνέβη ακόμα και στη Σουηδία, την άλλοτε Μέκκα της ψηφιοποίησης, όπου τα μετρητά είχαν εκλείψει. Γιατί ακριβώς μετά τη συνειδητοποίηση ότι ένας μελλοντικός, λ.χ., πόλεμος (όπως στην Ουκρανία) θα μετέτρεπε μια κοινωνία χωρίς φυσικό χρήμα σε ζούγκλα, η μεν κεντρική Riksbank υποχρέωσε τις επιχειρήσεις να το ξαναδεχτούν, η δε κυβέρνηση έφθασε στο σημείο να περάσει νόμο που να υποχρεώνει κάθε Σουηδό να έχει στο σπίτι του ανά πάσα στιγμή τουλάχιστον 1.000 κορόνες σε φυσικό χρήμα.
Βαρόμετρο
Από την άλλη, η ψηφοφορία για τα νέα χαρτονομίσματα, εκτός από δήλωση στήριξης του φυσικού χρήματος, κατέληξε επίσης να λειτουργεί ως ακόμα ένα βαρόμετρο τάσεων έναντι της ίδιας της Ευρώπης. Γιατί η επιλογή δεν περιορίσθηκε ανάμεσα σε δέκα σχέδια, αλλά αυτά επιμερίσθηκαν περαιτέρω σε δύο θέματα – ένα συγκριτικά πολιτικά ουδέτερο, εμπνευσμένο από τη φύση («ποτάμια και πουλιά»), και ένα συγκριτικά πολιτικά αμφιλεγόμενο και φορτισμένο, αυτό της (υποτίθεται κοινής μας) «ευρωπαϊκής κουλτούρας».
Με αποτέλεσμα, μέσα από την έντονη συζήτηση που ακολούθησε στα κοινωνικά μέσα η επιλογή να πάρει τη μορφή διλήμματος ανάμεσα σε κάτι πολιτικά ουδέτερο, που ταιριάζει περισσότερο σε μια συνομοσπονδιακής λογικής Ευρώπη (όπως είναι ένα θέμα από τη φύση, όπως το «ποτάμια και πουλιά», στην παράδοση θεματικής ουδετερότητας που έχουν τα χαρτονομίσματα του ευρώ και σήμερα με τις γέφυρες και τα κτίρια) και σε κάτι πολιτικά φορτισμένο, που ταιριάζει περισσότερο σε μια ομοσπονδιακής λογικής Ευρώπη – όπως ακριβώς είναι το θέμα της «κοινής κουλτούρας».
Με άλλα λόγια, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας απέκτησε επίσης το νόημα δήλωσης προτίμησης ανάμεσα σε μια λιγότερο ή περισσότερο ομοσπονδιακή Ευρώπη. Και αν κρίνει κανείς από τις ενστάσεις που προκάλεσαν τα πρόσωπα που επιλέχθηκαν για να εκπροσωπήσουν αυτήν την «κοινή κουλτούρα», αυτή η δήλωση προτίμησης δεν πρέπει να αναμένεται «ομοσπονδιακή».
Γιατί ακόμα και εάν έτσι την ήθελε η ΕΚΤ, δεν βρήκε κάποιον εύλογο συνδυασμό, μήπως και δι’ αυτού τη διασώσει. Οπως με την επιλογή στα 200 ευρώ της άγνωστης εκτός Αυστρίας Bertha von Suttner, ως οιονεί εκπροσώπου «ειρηνισμού» και «φεμινισμού» – αλλά από πότε ο ειρηνισμός και ο φεμινισμός εκπροσωπούν αυθεντικότερα την κουλτούρα από τη φιλοσοφία και γιατί δεν θα ήταν άραγε πιο εύλογη μια απεικόνιση γιγάντων της σκέψης, όπως του Πλάτωνα, του Ντεκάρτ ή του Καντ, σε ένα τέτοιο χαρτονόμισμα;
Ή γιατί να υπάρχουν δύο εκπρόσωποι της μουσικής, Μπετόβεν και Μαρία Κάλλας (10 και 5 ευρώ), μέσα σε μόλις έξι χαρτονομίσματα – καλός ο πληθωρισμός ήχου, οι άλλες τέχνες όμως; Ή ποια τέχνη ή επιστήμη ακριβώς εκπροσωπεί ο μέγας πολυμαθής Ντα Βίντσι (100 ευρώ); Οσο για τον Θερβάντες στα 50 ευρώ, δεν μοιάζει σίγουρα καλός συμβολισμός για ένα νόμισμα που εκλαμβάνουν ως «παιδί της λογικής», γιατί αυτό που μας κληροδότησε, αντιστρόφως, ο μεγάλος Ισπανός ήταν ένα παγκόσμιο σύμβολο αναίρεσης της λογικής στον «Δον Κιχώτη». Ή μήπως είναι πράγματι καλός συμβολισμός και απομένει η ψηφοφορία να το επιβεβαιώσει;


