• Η κυριακάτικη συνέντευξη Τύπου του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ έχει εδώ και αρκετά χρόνια κάτι από τελετουργία. Πολλοί δημοσιογράφοι, πολλές κάμερες, πολλές θεματικές και στο τέλος αρκετές απαντήσεις. Αυτό που πλέον λείπει, όμως, είναι το βασικό: η πραγματική δημοσιογραφική πίεση.
- Του Ανδρέα Καψαμπέλη
• Δεν χρειάζεται να ξέρει κανείς εκ των προτέρων τις ίδιες τις ερωτήσεις για να καταλάβει το πρόβλημα. Αρκεί ότι είναι γνωστό ποιοι θα έχουν δικαίωμα να ρωτήσουν, περίπου ποια θεματική θα καλύψουν και, κυρίως, ότι η δυνατότητα ουσιαστικού follow-up είναι περιορισμένη. Ετσι, η συνέντευξη Τύπου έχει γίνει κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που υποτίθεται ότι είναι: ένα πολιτικό θέαμα με δημοσιογραφική μορφή.
• Ο πρωθυπουργός μπορεί ασφαλώς να απολαμβάνει τα στησίματα, τις τηλεοπτικές εικόνες, τη σκηνοθεσία και τον απολύτως ελεγχόμενο ρυθμό. Αυτό είναι δικό του θέμα. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η φόρμα βολεύει το Μαξίμου. Είναι αν βοηθά τους δημοσιογράφους να ελέγχουν την εξουσία και τους πολίτες να μαθαίνουν όσα η εξουσία θα προτιμούσε να μη συζητήσει. Και εκεί αρχίζει η πραγματική δημοσιογραφία.
• Η δημοσιογραφία δεν είναι το μικρόφωνο. Είναι, αν όχι η πρώτη, σίγουρα η δεύτερη ερώτηση. Εκεί φαίνεται αν μια συνέντευξη είναι πραγματική συνέντευξη ή απλώς μια οργανωμένη διαδοχή ερωτήσεων και κυβερνητικών απαντήσεων, χωρίς δυνατότητα ουσιαστικού αντίλογου. Εκεί κρίνεται αν ο δημοσιογράφος πήγε για να ακούσει μια τοποθέτηση ή για να ελέγξει πραγματικά εκείνον που κυβερνά.
• Αυτό αφορά όλες τις κυβερνήσεις και όλους τους πρωθυπουργούς. Πολύ περισσότερο τον σημερινό. Οσο περισσότερο μια πολιτική ηγεσία ελέγχει την επικοινωνία της τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση της δημοσιογραφίας να μην αρκείται στον ρόλο του ευγενικού οικοδεσπότη. Γιατί η εξουσία, από τη φύση της, επιδιώκει να ελέγχει την εικόνα της. Η δημοσιογραφία υπάρχει ακριβώς για να ελέγχει όσα κρύβονται πίσω από αυτή την εικόνα.
• Δεν χρειάζονται κραυγές. Ούτε αγένεια. Ούτε δημοσιογράφοι που πηγαίνουν στη ΔΕΘ για να κάνουν οι ίδιοι αντιπολίτευση. Χρειάζονται απλώς ερωτήσεις που ζητούν απάντηση και επιμένουν όταν δεν την παίρνουν. Χρειάζεται επίσης η δυνατότητα να επιστρέψεις στην ίδια απάντηση, να επισημάνεις την αντίφαση, να ζητήσεις το συγκεκριμένο στοιχείο που παραλείφθηκε, να μην αφήσεις μια γενικόλογη τοποθέτηση να περάσει ως ολοκληρωμένη απάντηση. Αλλιώς, η συνέντευξη Τύπου γίνεται απλώς ένα καλοστημένο επικοινωνιακό σκηνικό, με τον δημοσιογράφο στον ρόλο κομπάρσου.
• Δεν είναι ανάγκη να υπάρχει κάποια «συνεννόηση» για τις ίδιες τις ερωτήσεις. Αρκεί μια διαδικασία όπου οι ερωτώντες είναι επιλεγμένοι, τα «ενοχλητικά» μέσα -όπως η «δημοκρατία»- έχουν αποκλειστεί, ο χρόνος ελεγχόμενα κατανεμημένος και η δυνατότητα επίμονης επανερώτησης σχεδόν ανύπαρκτη. Τότε ο έλεγχος της εξουσίας αδυνατίζει εκ των πραγμάτων, ακόμη κι αν κάποιες αρχικές ερωτήσεις είναι σοβαρές.
• Χθες ζήσαμε άλλο ένα φιάσκο, μια κωμωδία που αποτελεί εν τέλει και ντροπή για την πραγματική δημοσιογραφία. Καλύτερα, λοιπόν, να καταργηθεί αυτή η παράσταση. Μπορούμε έτσι να γλιτώσουμε και την ταλαιπωρία. Να στέλνουν οι δημοσιογράφοι τις ερωτήσεις τους στο Μαξίμου, να έρχονται οι απαντήσεις με δελτίο Τύπου και να κερδίζουμε όλοι την Κυριακή μας. Θα λείπει, βέβαια, κάτι μικρό. Η δημοσιογραφία.
Από τη στήλη «Ο κοριός» της «δημοκρατίας»
