ΜΕΡΟΣ 6ο:Η αποκάλυψη για την τράπεζα φύλαξηςβλαστοκυττάρων που έβαλε λουκέτο και ο διάλογος για τις ιδιωτικές εταιρίεςΤης
Μαρίας Παναγιώτου
Ερευνα: Θοδωρής Δαφέρμος,
Ειρήνη Μιλή
Σημαντική ευθύνη για την καθυστέρηση φέρουν ο Εθνικός Οργανισμός Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ) και το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας (ΚΕΣΥ)». Αυτά μεταξύ άλλων σημείωναν οι υπεύθυνοι του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ) σε πόρισμα που συνέταξαν και παρέδωσαν στην ηγεσία του υπουργείου, για το θέμα της αδειοδότησης των ιδιωτικών εταιριών φύλαξης βλαστοκυττάρων.
Η έρευνά τους έγινε με αφορμή την παύση λειτουργίας της Stem Health, η οποία αξίζει να αναφέρουμε ότι, αν κι έχει σταματήσει τη λειτουργία της, δεν έχει κηρύξει πτώχευση, κάτι που δεν έχει επισημανθεί πουθενά. Αυτός ήταν εξάλλου και ο λόγος που αν και διάφορες ιδιωτικές εταιρίες προσπάθησαν να ωφεληθούν οικονομικά μεταφέροντας τα δείγματα στις δικές τους τράπεζες, πριν «παγώσει» με εισαγγελική έρευνα η μετακίνησή τους, τελικά δεν τα κατάφεραν. Οι επιθεωρητές του Σώματος σημείωναν ακόμη στο πόρισμά τους ότι ο ΕΟΜ «δεν φαίνεται να ανταποκρίθηκε στον θεσμικό και ιστορικό ρόλο του, εφόσον δεν έχει τοποθετηθεί σε ζητήματα ισχυρισμών για τη χρησιμότητα της δημόσιας ή ιδιωτικής φύλαξης των βλαστοκυττάρων αλλά και των μεσεγχυματικών κυττάρων του ομφάλιου λώρου».
Ερευνώντας κάποιος την υπόθεση αντιλαμβάνεται βήμα βήμα ότι οι επιθεωρητές του υπουργείου Υγείας, αν και καθυστέρησαν αρκετά χρόνια να ασχοληθούν με το θέμα, έχουν απόλυτο δίκιο. Απλά ευθύνες πρέπει να αποδοθούν και στο υπουργείο. Το μπάχαλο που επικρατεί στη λειτουργία των τραπεζών φύλαξης είναι μοναδικό και η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως την Πολιτεία.
Η συγκεκριμένη έκθεση παρουσιάζει όμως και ασάφειες, ειδικά στο σημείο που διαπιστώνει ότι καμία ιδιωτική εταιρία δεν αιτήθηκε άδεια λειτουργίας από το υπουργείο Υγείας, μετά την υπουργική απόφαση που εκδόθηκε τον περασμένο Μάρτιο από τον αναπληρωτή υπουργό Υγείας Παύλο Πολάκη. Αφενός γιατί οι εταιρίες δεν έχουν εξαντλήσει ακόμη το περιθώριο που τους δίνει ο νόμος να καταθέσουν τα χαρτιά τους και αφετέρου γιατί -όπως δείχνουν οι δικές μας έρευνες- τουλάχιστον δύο εξ αυτών έχουν αιτηθεί εδώ και χρόνια αδειοδότηση, διαθέτοντας μεταξύ άλλων και θετική γνωμοδότηση από τον ΕΟΜ. Ο λόγος για τις εταιρίες Biohelenika και Omnigen, που προέβησαν στις απαιτούμενες ενέργειες κατά τα έτη 2014 και 2015.
Προκαλεί πραγματικά μεγάλη απορία το γεγονός ότι αυτές οι εταιρίες, ενώ πληρούσαν τους τυπικούς όρους αδειοδότησης, δεν πήραν ποτέ άδεια.
Η επιστημονική χρησιμότητα της ιδιωτικής φύλαξης ιστών και αίματος από τον ομφάλιο λώρο είναι κάτι που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια πιο αναλυτικά. Η διαμάχη, πάντως, που απασχολεί την επιστημονική κοινότητα εστιάζει στη χρησιμότητα των βλαστοκυττάρων στις αυτόλογες και στις αλλογενείς μεταμοσχεύσεις. Αυτόλογες είναι οι μεταμοσχεύσεις που προέρχονται από τα βλαστοκύτταρα του ίδιου του ασθενούς. Αποτελούν έναν από τους λόγους που οι γονείς φυλάνε τα βλαστοκύτταρα του παιδιού τους, δηλαδή για την πιθανότητα να τα χρειαστούν τα ίδια τα παιδιά στο μέλλον. Οι αλλογενείς μεταμοσχεύσεις είναι εκείνες που πραγματοποιούνται με βλαστοκύτταρα που προέρχονται από άλλον άνθρωπο. Αλλογενείς μεταμοσχεύσεις είναι αυτές που πραγματοποιούνται, για παράδειγμα, όταν παίρνουμε μόσχευμα από δημόσια τράπεζα.
Αλλογενείς μεταμοσχεύσεις, ωστόσο, μπορεί να πραγματοποιηθούν και από τα δείγματα που φυλάσσονται στις ιδιωτικές τράπεζες, εάν χρειαστεί βλαστοκύτταρα κάποιο άλλο παιδί ή μέλος της οικογένειας κι όχι απαραίτητα το παιδί από τον ομφάλιο λώρο του οποίου απομονώθηκαν. Αρκεί πάντα να υπάρχει ιστοσυμβατότητα. Το ποσοστό ιστοσυμβατότητας ανάμεσα σε αδέλφια είναι της τάξης του 25%-30%.
«Τα δείγματα που φυλάσσονται στις ιδιωτικές τράπεζες δεν έχουν καμία χρήση πέρα από την πιθανότητα μεταμόσχευσης αιμοποιητικών κυττάρων σε περίπτωση απλαστικής αναιμίας, που παρουσιάζεται σε 1-3 παιδιά ανά 1.000.000» θα πει στη «δημοκρατία» ο Αχιλλέας Αναγνωστόπουλος, συντονιστής διευθυντής αιματολογικής κλινικής του Νοσοκομείου «Γ. Παπανικολάου» στη Θεσσαλονίκη και φυσικά διευθυντής της δημόσιας τράπεζας φύλαξης βλαστοκυττάρων από ομφαλοπλακουντιακό αίμα, που λειτουργεί εκεί. Ο κ. Αναγνωστόπουλος, ο οποίος εμφανίζεται πολέμιος της λειτουργίας των ιδιωτικών τραπεζών, είναι επίσης μέλος του ΕΟΜ.
Εκαναν αίτηση, πήραν πράσινο φως αλλά όχι άδεια

Η πραγματικότητα, πάντως, είναι μία: εφόσον ως χώρα δεν έχουμε αποφασίσει να απαγορεύσουμε τη λειτουργία των ιδιωτικών τραπεζών, όπως συνέβη για παράδειγμα στη Γαλλία ή την Ιταλία, τότε θα πρέπει το κράτος να φροντίσει να αδειοδοτηθούν και η άδεια αυτή να συνεπάγεται ότι τηρούν συγκεκριμένους όρους λειτουργίας, εργαστηριακής πρακτικής και φύλαξης.
Η κόντρα ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον δημόσιο χώρο φαίνεται ότι και σε αυτόν τον τομέα στην Ελλάδα έχει πάει πίσω τη δημιουργία πλαισίου λειτουργίας.
«H Biohelenika έχει διαπιστεύσεις τόσο από το ΕΣΥΔ (Εθνικό Σύστημα Διαπιστεύσεων) όσο και γνωμοδότηση από τον ΕΟΜ, την οποία λάβαμε τον Απρίλιο του 2015. Καταθέσαμε όλα τα χαρτιά μας για την έκδοση αδείας. Εκτοτε έχουμε θέσει αλλεπάλληλα ερωτήματα προς το υπουργείο και προσπαθούμε να μάθουμε τι γίνεται. Περιμένουμε μία απάντηση την οποία δεν έχουμε λάβει μέχρι σήμερα» θα πει στη «δημοκρατία» η Δανάη Φούρλα, μοριακή βιολόγος και διευθύντρια πωλήσεων Νοτίου Ελλάδας στην εταιρία. Για να αποδείξει τα λεγόμενά της μας προσκομίζει όλα τα έγγραφα του φακέλου που κατέθεσε η εταιρία στην οποία εργάζεται, ανάμεσα στα οποία και η θετική γνωμοδότηση του ΕΟΜ.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο πρόεδρος της Omnigen (και αντιπρόεδρος της Ενωσης Ελληνικών Τραπεζών Ομφαλοπλακουντιακού Αίματος) Νικόλαος Νοταράς, ο οποίος μας παραθέτει έναν μακρύ κατάλογο με όλα τα έγγραφα και την αλληλογραφία που είχε η εταιρία του τα τελευταία χρόνια τόσο με τον ΕΟΜ όσο και με το υπουργείο Υγείας.
Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνεται, επίσης, η θετική γνωμοδότηση του ΕΟΜ για τη λειτουργία της τράπεζάς του. Ο μόνος που είχε ψηφίσει αρνητικά σε αυτή τη γνωμοδότηση ήταν ο κ. Αναγνωστόπουλος για ηθικούς -όπως ανέφερε- και νομικούς λόγους. Κι αυτή είναι μόνο μία από τις αντιπαραθέσεις σε έναν χώρο στον οποίο διακυβεύονται απίστευτα ποσά στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο τομέα.

