Υπεραμύνονται των χειρισμών τους στην υπόθεση της Novartis οι εισαγγελείς Διαφθοράς, οι οποίοι χθες αποφάσισαν να δώσουν στη δημοσιότητα…κοινή δήλωση, με την οποία απαντούν στις αιτιάσεις περί κυβερνητικών παρεμβάσεων αλλά και ακυρότητας των μαρτυρικών καταθέσεων των προστατευόμενων προσώπων.
Η δήλωση φέρει την υπογραφή της εισαγγελέως Διαφθοράς Ελένης Τουλουπάκη και των επίκουρων εισαγγελέων Χρήστου Ντζούρα και Στέλιου Μανώλη, και σε αυτήν υπογραμμίζεται ότι τηρήθηκε πιστά ο νόμος σε όλες τις φάσεις της έρευνάς τους, ενώ επισημαίνεται εκ νέου ότι ουδέποτε συμμετείχαν «σε κοινή σύσκεψη με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο ή με οποιοδήποτε άλλο κυβερνητικό στέλεχος για την υπόθεση Novartis».
Οι εισαγγελικοί λειτουργοί, αναφερόμενοι στις αμφισβητήσεις που διατυπώθηκαν για την εγκυρότητα των καταθέσεων των προστατευόμενων μαρτύρων, διευκρίνισαν πως «τέθηκαν σε καθεστώς προστασίας τηρώντας πιστά το γράμμα του νόμου», συμπληρώνοντας: «Το τμήμα της δικογραφίας που αφορά σε πολιτικά πρόσωπα υποβλήθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ως είχαμε εκ του Συντάγματος υποχρέωση».
Οι διαδρομές
Και ενώ η πολιτική θύελλα από την υπόθεση Novartis δεν λέει να κοπάσει, οι εισαγγελείς επικεντρώνουν την έρευνά τους στη διαδρομή του μαύρου χρήματος, στο οποίο αναφέρονται οι προστατευόμενοι μάρτυρες, καθώς η δικογραφία παραμένει ανοιχτή σε ό,τι αφορά το σκέλος για το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, τόσο για τα πολιτικά όσο και για τα μη πολιτικά πρόσωπα.
Στο στόχαστρό τους δεκάδες εταιρίες, διαφημιστικές, εκδοτικές αλλά και διοργάνωσης ταξιδιών, οι οποίες, σύμφωνα με τους προστατευόμενους μάρτυρες, χρησιμοποιήθηκαν ως «οχήματα» για να χάνονται τα ίχνη του μαύρου χρήματος. Ως έδρα τους εμφανίζονται η Ελλάδα, η Κύπρος και σε μια περίπτωση τα νησιά Κέιμαν. Οι συγκεκριμένες εταιρίες, σύμφωνα πάντα με τις μαρτυρικές καταθέσεις, φέρεται ότι αποτελούσαν ένα καλοστημένο δίκτυο, μέσω του οποίου οι μίζες, οι οποίες «βαπτίζονταν» αμοιβή για δήθεν υπηρεσίες, κατέληγαν «καθαρές» στις τσέπες κρατικών αξιωματούχων.
Φως αναμένεται να ρίξει το άνοιγμα των λογαριασμών που έχουν αιτηθεί οι εισαγγελικές Αρχές σε Ελβετία και Κύπρο, αλλά και τα ευρήματα από τους κατασχεθέντες ηλεκτρονικούς υπολογιστές της εταιρίας που βρίσκονται στα εγκληματολογικά εργαστήρια της ΔΕΕ.
Μαρία Ζαχαροπούλου


