Μόλις διαβάσατε μια παραδοσιακά ευρωπαϊκή απάντηση στο τρέχον ελληνικό ερώτημα. Οι επιτελείς του γραφειοκρατικού τέρατος της Ε.Ε. μπορεί να είναι αδίστακτοι, σκυλιά μαύρα κι άραχλα όποτε τους παίρνει, αλλά όταν είναι να κάνουν το «καλό» ή, έστω, κάτι που να ομοιάζει με καλό, γίνονται κάργα διστακτικοί, αναβλητικοί, επαμφοτερίζοντες. Σαν κολασμένες δεσποσύνες, οι οποίες πιάνουν πουλιά στον αέρα, στο έδαφος και στη θάλασσα αλλά επικαλούνται αρχές, αξίες και παρθενίες όταν ο επίδοξος Ρωμαίος είναι μεν ωραίος, αλλά μπατιρέος.
Εμείς, οι σωσμένοι Ελληνες, είμεθα οι ωραίοι μπατιρέοι, που βρίσκουμε πάντα τρόπο να πληρώνουμε την καλή μας δίχως να κατορθώνουμε να της πιάσουμε ούτε την άκρη από το δαντελένιο γάντι της. Για να μη μας πιάνει καμιά μελαγχολία, Νοέμβρης μήνας που είναι, δέον έστι όπως σημειωθεί ότι δεν ευθυνόμεθα απολύτως ημείς αλλά οι εκάστοτε ηγεσίες μας, που συμπεριφέρονται διαχρονικά ως «καληνυχτάκηδες» της επιτυχίας. Με τούτη την αστοχία δεν θα υπήρχε κάποιο πρόβλημα από την πλευρά μας, αλλά -φευ!- τον λογαριασμό της βόλτας των μπροστάρηδων με τις εθνικές προκλήσεις τον πληρώνουμε τοις μετρητοίς και ακριβά.
Ολα στη φόλα
Δεν τη γραπώνουν την επιτυχία από τα μαλλιά οι δικοί μας. Δεν έχουν τα κότσια. Δεν παίρνουν πρωτοβουλίες. Ενώ στα λόγια (όταν περιγράφουν το αίσθημα στους κολλητούς) την έχουν μπαφιάσει στο σεξ, στην πραγματικότητα σκιάζονται και μόνο που τη βλέπουν. Περιμένουν εκείνη να κάνει το πρώτο βήμα. Την πάνε σινεμά στη δραματική ταινία «Ηλιόλουστη και Χρεοκοπημένη» και περιμένουν να παραπέσει από το τσαντάκι της κάνα πακέτο με δισεκατομμύρια ευρώ, όταν θα βγάλει μαντίλι για να κλάψει.
Επειδή, όμως, τα θήλεα είναι παμπόνηρα και όλως επιδέξια στο πανάρχαιο παίγνιο του ζευγαρώματος, τούτη η μανδάμα την οποίαν φλερτάρομεν πρώτα θα μας τα πάρει όλα -κινητά, ακίνητα, αξιοπρέπεια, εξοχικό στην Κουρούτα και κάδρο παππού Βρασίδα- κι ύστερα θα δούμε ολίγη από γάμπα. Το πιο αστείο απ’ όλα είναι το επόμενο κεφάλαιο της ροζ ιστορίας μας. Αυτό που θα αντικρίσουμε δεν θα μας αρέσει και τόσο. Το δέρμα της γάμπας θα φαντάζει πλισαρισμένο, το χρώμα του υποκίτρινο, η αφή του γλοιώδης και η οσμή του θα παραπέμπει σε λουκάνικο.
Κι ο Ρωμαίος θα φωνάζει «τα έδωσα όλα για μία φόλα».
Παναγιώτης Λιάκος

