«Έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψής του, επομένως αναμένουμε ότι θα εμφανιστεί εδώ με τη θέλησή του ή με άλλο τρόπο». Με αυτή την ευθεία και άκρως αυστηρή προειδοποίηση, ο υπηρεσιακός Γενικός Εισαγγελέας των ΗΠΑ, Τοντ Μπλανς, έδωσε το στίγμα της ιστορικής δίωξης για δολοφονία Αμερικανών που άσκησε το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης σε βάρος του πρώην προέδρου της Κούβας, Ραούλ Κάστρο.
Ο Τοντ Μπλανς, πλαισιωμένος από ομόλογούς του, ταξίδεψε στη Νότια Φλόριντα για να ανακοινώσει επίσημα τις κατηγορίες, ξεκαθαρίζοντας στους δημοσιογράφους πως η δικαστική αυτή ενέργεια είναι απολύτως ουσιαστική και το κατηγορητήριο «δεν πρόκειται να εξαφανιστεί».
Παράλληλα, αν και απέφυγε να απαντήσει ευθέως για το αν επίκειται αμερικανική εισβολή, έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν 70 χρόνια, η ανώτερη ηγεσία του κουβανικού καθεστώτος κατηγορείται σε αυτή τη χώρα, στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, για πράξεις βίας που οδήγησαν στον θάνατο Αμερικανών πολιτών. Δεν επιτρέπεται στα έθνη και στους ηγέτες τους να στοχοποιούν Αμερικανούς, να τους σκοτώνουν και να μην αντιμετωπίζουν την ευθύνη».
Ο 94χρονος σήμερα Κάστρο, ο οποίος παραιτήθηκε από την προεδρία το 2018 αλλά θεωρείται από την Ουάσιγκτον ο de facto ηγέτης της χώρας, κατηγορείται για συνωμοσία με σκοπό τη δολοφονία Αμερικανών υπηκόων και την καταστροφή αεροσκαφών. Στην ίδια υπόθεση κατηγορούνται ακόμη πέντε εμπλεκόμενοι.
Το 1996, τέσσερις άνδρες έχασαν τη ζωή τους όταν τα αεροπλάνα τους, που αναζητούσαν Κουβανούς πρόσφυγες στη θάλασσα, καταρρίφθηκαν από τον κουβανικό στρατό, υπό την ηγεσία του Ραούλ Κάστρο.
Το αμερικανικό κατηγορητήριο αναφέρει ότι τα αεροσκάφη βρίσκονταν σε διεθνή ύδατα, απομακρύνονταν από το νησί και δεν έλαβαν καμία προειδοποίηση από την Αβάνα. Από την πλευρά της, η Κούβα υπεραμύνθηκε της κατάρριψης, ισχυριζόμενη ότι είχε δημοσιεύσει προειδοποίηση στον Τύπο πως οποιοδήποτε αεροσκάφος παραβίαζε τον εναέριο χώρο της χωρίς άδεια θα εξουδετερωνόταν.
