Ο Ελληνας πρωθυπουργός και το κόμμα του ήταν πιστοί συνοδοιπόροι σε όλες τις σοβαρές αποφάσεις του Βερολίνου και των Βρυξελλών μέσα και έξω από τα Συμβούλια Κορυφής
Aπό το 2019 μέχρι πρότινος η γενική εντύπωση ή και η πεποίθηση ήταν ότι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχαιρε της απολύτου εμπιστοσύνης και αποδοχής του Βερολίνου και κατ’ επέκταση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης και συνολικά των Βρυξελλών. Και τούτο διότι ο Ελληνας πρωθυπουργός και το κόμμα του ήταν πιστοί συνοδοιπόροι σε όλες τις σοβαρές αποφάσεις του Βερολίνου και των Βρυξελλών μέσα και έξω από τα Συμβούλια Κορυφής.
Αυτά μέχρι πρότινος. Και τούτο διότι η ελληνική κυβέρνηση τον τελευταίο χρόνο έχει δείξει σαφή δείγματα διαφοροποίησης από τα γερμανικά συμφέροντα και τα πολιτικά σχέδια της Φον ντερ Λάιεν. Η πρώτη ελληνική διαφοροποίηση, και μάλιστα με τη βαριά μορφή του βέτο, εμφανίστηκε στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE για την απρόσκοπτη συνεργασία με τρίτες χώρες και των εταιριών τους στο πρόγραμμα «Επανεξοπλισμός της Ευρώπης».
Το ελληνικό βέτο απέναντι στη συμμετοχή της Τουρκίας και των εταιριών της στο SAFE έως ότου η Aγκυρα άρει το τουρκικό casus belli στο Αιγαίο δυσκόλεψε τα μάλα Βερολίνο και Φον ντερ Λάιεν στον τρυφερό εναγκαλισμό συμφερόντων με την Τουρκία. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη όφειλε να γνωρίζει ότι θα υποστεί τις συνέπειες των πράξεών της. Η δεύτερη ελληνική διαφοροποίηση, από την ελεγχόμενη από την πρόεδρο Φον ντερ Λάιεν στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απέναντι στον πόλεμο του Κόλπου, με μοναδική αντίδραση «την επίδειξη αυτοσυγκράτησης» των εμπλεκομένων, ήρθε με την εθνική απόφαση για την αποστολή ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο για τη θωράκιση της Κύπρου, κράτους-μέλους της Ε.Ε.
Η ελληνική αυτή κίνηση κατάφερε πλήγμα στη στάση της Φον ντερ Λάιεν, η οποία δεν επέτρεπε ούτε ευνοούσε εθνική αντίδραση απέναντι στον πόλεμο, ακόμα κι αν επρόκειτο για αμυντική κίνηση, όπως στην περίπτωση της Κύπρου. Μετά την αποστολή των ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο, η μία μετά την άλλη ευρωπαϊκή χώρα αντέδρασαν εμπράκτως στο πλευρό της Λευκωσίας, με πρώτη τη Γαλλία, που έστειλε αμέσως δυνάμεις για να ακολουθήσουν Ισπανία, Ιταλία κ.λπ. Παρά ταύτα, ακόμα και σήμερα οι Βρυξέλλες της Φον ντερ Λάιεν αρνούνται πεισματικά να καλύψουν συνολικά την αμυντική θωράκιση της Κύπρου.
Αυτό είναι το δεύτερο και σοβαρό σημείο δυσαρέσκειας των Βρυξελλών απέναντι στην Ελλάδα, που κάνει του κεφαλιού της. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να γνωρίζει ότι θα υποστεί και εδώ τις συνέπειες των πράξεών της.
Πολιτική σταθερότητα
Είναι άγνωστο αν η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει δείξει δυσαρέσκεια απευθείας στην Ελλάδα και την παρούσα κυβέρνησή της. Παρά ταύτα ουδείς μπορεί να αποκλείσει την απευκταία πιθανότητα να έχουν δοθεί ή να δίνονται σήματα στην παρούσα κυβέρνηση, που διεκδικεί και τρίτη θητεία, να χαμηλώσει τους τόνους αν θέλει να διατηρήσει η κυβέρνηση αυτή την πολιτική σταθερότητά της.
Οπως είναι γνωστό και το γεγονός που δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά, η πρόεδρος της Επιτροπής έχει δημιουργήσει επιτυχώς γύρω της έναν κλοιό από Ευρωπαίους επιτρόπους, και επικεφαλής ευρωπαϊκών οργανισμών (πολιτικών και νομικών), αποκλειστικώς δικής της επιλογής και αξιολόγησης, οι οποίοι έχουν αποδεχθεί, άνευ οποιασδήποτε αντίρρησης, ότι θα τηρούν και θα εφαρμόζουν απαρεγκλίτως τις οδηγίες και τις επιταγές της προέδρου στην άσκηση των επιμέρους καθηκόντων τους. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται και από τις δημοσιοποιημένες επιστολές – κατευθυντήριες γραμμές που έχει αποστείλει η Φον ντερ Λάιεν σε όλους τους επιτρόπους και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Επί κυβέρνησης Μητσοτάκη, η τραγωδία των Τεμπών και η διασπάθιση ευρωπαϊκού χρήματος στον ΟΠΕΚΕΠΕ προσφέρουν στέρεο έδαφος για έλεγχο της διαφθοράς, εκεί όπου αναμφισβήτητα υπάρχει, αλλά και εκεί όπου μπορούν να δημιουργηθούν εντυπώσεις, έτσι ώστε να πάρει «ένα γερό μάθημα» η σταθερότητα της κυβέρνησης Μητσοτάκη.



