Ας μη μένει αμφιβολία: Η «τοξικότητα» θα είναι το άλλοθι προσφυγής σε πρόωρες εκλογές. Αργά ή γρήγορα
Η χθεσινή προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή για τις υποκλοπές εξελίχθηκε σε μία από τις πιο άχαρες συνεδριάσεις για τον πρωθυπουργό και το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, ενώ δείχνει ότι οι εκλογές, αργά ή γρήγορα, θα γίνουν πραγματικότητα, ανεξαρτήτως της δικής τους θελήσεως.
Γιατί από τις πιο άχαρες συνεδριάσεις όμως; Ιδού!
Πρώτον, γιατί ο κύριος Μητσοτάκης έδωσε μία από τις πιο δύσκολες πολιτικές μάχες της θητείας του έχοντας δίπλα του μόνο δύο υπουργούς: τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη και τον υφυπουργό Γιάννη Μπούγα. Τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης και ιδιαίτερα οι κορυφαίοι υπουργοί απείχαν για έναν πολύ απλό λόγο: διότι η συντριπτική τους πλειονότητα ήταν στόχος παρακολουθήσεων.
Μόνο από το παράνομο λογισμικό παρακολουθούνταν 13, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Δένδιας ως υπουργός Εξωτερικών, ο Κωστής Χατζηδάκης ως υπουργός Υποδομών, ο Βασίλης Κικίλιας ως υπουργός Υγείας, ο Αδωνις Γεωργιάδης ως υπουργός Ανάπτυξης, ο Θάνος Πλεύρης, ο Γιώργος Γεραπετρίτης ως υπουργός Επικρατείας, ο Ακης Σκέρτσος και άλλοι πολλοί. Αν τυχόν αποφάσιζαν να παραστούν στα υπουργικά έδρανα δίπλα στον πρωθυπουργό, θα ήταν εύκολη λεία για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκο Ανδρουλάκη. Ετσι ο πρωθυπουργός έδωσε μία δύσκολη πολιτική μάχη σε συνθήκες πολιτικής μοναξιάς.
Δεύτερον, γιατί κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης και μετά τη λήξη της πρωτολογίας του πρωθυπουργού ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου Νικήτας Κακλαμάνης ανακοίνωσε στην εθνική αντιπροσωπία τη διαβίβαση ποινικής δικογραφίας με βάση τον παλαιό νόμο περί ευθύνης υπουργών του 2003 εις βάρος του διατελέσαντος υπουργού Υγείας Θάνου Πλεύρη χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Εξέλιξη που προκάλεσε μούδιασμα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, καθώς ο μόλις κατελθών από το βήμα του Κοινοβουλίου πρωθυπουργός διερρήγνυε τα ιμάτιά του για την προσήλωση της κυβέρνησής του στο κράτος δικαίου.
Εσκεμμένα
Εχει μάλιστα ενδιαφέρον ότι μολονότι η κυβέρνηση με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2019 άλλαξε την αποσβεστική προθεσμία για τις ποινικές ευθύνες υπουργών σε εικοσαετή, μέχρι τώρα διατηρείται σε ισχύ ο νόμος περί ευθύνης υπουργών του 2003 που ψηφίστηκε επί Φίλιππου Πετσάλνικου, καθώς το Μέγαρο Μαξίμου εσκεμμένα επί πέντε χρόνια -μέχρι το 2025- δεν ψήφισε τον εκτελεστικό νόμο του νέου Συντάγματος ώστε να προσαρμοστεί η παραγραφή με τα ισχύοντα στον νέο καταστατικό χάρτη της χώρας. (Αν και τελικώς διευκρινίστηκε ότι πρόκειται περί μηνύσεως υπαλλήλου του υπουργείου Υγείας κατά του κ. Πλεύρη για μισθολογικά ζητήματα, το μείζον θέμα της παραγραφής παραμένει).
Τρίτον, διότι πρώτη φορά άνοιξε δημοσίως στο Κοινοβούλιο χωρίς να ακουστεί λέξη από την πλευρά της πλειοψηφίας ζήτημα ποινικών ευθυνών εις βάρος των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας που μετείχαν στην Επιτροπή Θεσμών για τις υποκλοπές. Το άνοιξε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκος Ανδρουλάκης ο οποίος υπενθύμισε κατάθεση ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών από μάρτυρα που υποστήριξε ότι οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας τού έδιναν ραβασάκι με τις ερωτήσεις που θα του υπέβαλλαν στη στημένη Επιτροπή Θεσμών!
Από την ανάγνωση των πρακτικών της Επιτροπής Θεσμών είναι εύκολο να εντοπιστούν τα ονόματα των βουλευτών που υπέβαλαν ερωτήσεις στον συγκεκριμένο μάρτυρα, ενώ από τον κατάλογο του υπουργικού συμβουλίου είναι εύκολο να διακρίνει κανείς ποιοι εξ αυτών υπουργοποιήθηκαν αμέσως μετά για την παροχή των υπηρεσιών τους στο Μέγαρο Μαξίμου.
Τέταρτον και σημαντικότερον, ήταν μία από τις πιο άχαρες παρουσίες του πρωθυπουργού επειδή αναγκάστηκε υπερασπιζόμενος το κράτος δικαίου να επιτεθεί με κομψότητα στον θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για να καθησυχάσει τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας εναντίον των οποίων θα ασκηθεί δίωξη από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μετά την άρση της ασυλίας τους. Η επίθεση του πρωθυπουργού έγινε με πολλούς τρόπους. Χρέωσε στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαρροές στον Τύπο και διώξεις σε δόσεις, ενώ άφησε σκιές για την ουδετερότητά της.
Αντί όμως να χρεώνει στον Τύπο διαρροές επειδή κάνει τη δουλειά του και ενημερώνει τον ελληνικό λαό, καλό θα ήταν να θυμάται ότι οι διαρροές αυτές στους βουλευτές του έγιναν από υφυπουργό του Μεγάρου Μαξίμου, ο οποίος ενημέρωσε δύο εξ αυτών ότι λόγω της εμπλοκής τους στις νόμιμες επισυνδέσεις για τον ΟΠΕΚΕΠΕ είτε θα απομακρύνονταν από την κυβέρνηση είτε δεν θα περιλαμβάνονταν στην κυβέρνηση. Αυτά ορισμένοι μέσα στη ζάλη τους τα έχουν ξεχάσει, οπότε καλό είναι να τους τα υπενθυμίζουμε για να ξέρουμε ποιος είχε γνώση της δικογραφίας και έκανε διαρροές για ονόματα: Το Μαξίμου το ίδιο. Ουδείς είχε δικαίωμα να γνωρίζει από την κυβέρνηση τι ακριβώς περιέχεται στη δικογραφία και για ποιους ώστε να τους προβάλλει ως λόγο απομάκρυνσης ή μη αξιοποίησής τους στην κυβέρνηση τη συμπερίληψή τους σε μελλοντική δικογραφία του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Σε ό,τι αφορά τις διώξεις σε δόσεις, καλό θα ήταν ο πρωθυπουργός να ρωτήσει το υπουργείο Δικαιοσύνης ή άλλα συναρμόδια για πιστώσεις υπουργεία αν έστειλαν ποτέ στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τους τέσσερις εισαγγελείς που ζήτησε για να την επικουρήσουν στο πολύ βαρύ έργο της. Το πιο οξύμωρο όμως από όλα από την απόπειρα του πρωθυπουργού να βάλει κατά θεσμών την ώρα που υπερασπιζόταν το κράτος δικαίου ήταν αυτό το οποίο είπε για τις υποκλοπές.
Είπε ότι υπόθεση των υποκλοπών «έχει κριθεί σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις». Αρα στη δική του αντίληψη των πραγμάτων ο λαός «δίκασε» την υπόθεση στις εκλογές του 2023, στις οποίες ψήφισαν και τα ρουσφέτια του ΟΠΕΚΕΠΕ, και αθώωσε την κυβέρνηση. Ταυτίστηκε δηλαδή ο κύριος Μητσοτάκης με αυτό που είχε πει ο Ανδρέας Παπανδρέου στην Κοζάνη το 1989: κανείς θεσμός, μόνο ο λαός. Εννοείται ότι τα λαϊκά δικαστήρια δεν είναι αντίληψη για το κράτος δικαίου.
Αξιοσημείωτα
Δύο τελευταία αξιοσημείωτα: ο πρωθυπουργός ένιωσε την ανάγκη να χρησιμοποιήσει το ρήμα «φυλακίζουμε», αναφερόμενος στην υπόθεση των υποκλοπών. Σχολίασε «φυλακίζουμε τη χώρα σε μία μικροκομματική ματιά». Εμείς κρατάμε το «φυλακίζουμε» και αφήνουμε τη μικροκομματική ματιά. Ο πρωθυπουργός επίσης δεν δίστασε να αξιοποιήσει την περιπέτεια υγείας του υφυπουργού του και δημοσιεύματα που ήρθαν στην Ελλάδα από κυπριακά μέσα ενημέρωσης και όχι από ελλαδικές εφημερίδες για να κατηγορήσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης που δεν μετείχαν σε αυτό για τοξικότητα και για να προσωποποιήσει στα μέλη της οικογένειάς του τον πολιτικό διάλογο.
Για να φτάνει κανείς στο σημείο να κάνει κάτι τέτοιο και μάλιστα με τόσο ψυχρό τρόπο (ο κύριος Μητσοτάκης μόλις τελείωνε την ατάκα του για τον Γιώργο Μυλωνάκη κοίταξε το χρονόμετρο για τον χρόνο που του απομένει), πρέπει να είναι πάρα πολύ απελπισμένος. Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ τού επέστρεψε το επιχείρημα θυμίζοντας ότι μετά τις υποκλοπές ο μηχανισμός της Ν.Δ. δικαιολόγησε την παρακολούθηση επειδή ήταν «πράκτορας της Τουρκίας, της Ουκρανίας και της Αρμενίας», αλλά ας μη μένει αμφιβολία: η «τοξικότητα» θα είναι το άλλοθι προσφυγής σε πρόωρες εκλογές. Αργά ή γρήγορα.

