Αυτό που αποκαλούμε «ριζοσπαστική Δεξιά» ήρθε για να μείνει και η όποια εξασθένησή του θα χρειαστεί να περιμένει τον πυρετό μιας πολύ μελλοντικής άνοιξης και έναν απώτερο πολιτικό κύκλο
Κάποιοι το βλέπουν σαν πυρετό – άρχισε τέλη Μαρτίου και ασθενής η ριζοσπαστική Δεξιά της Ευρώπης. Γιατί, βέβαια, ήταν στις 23 Μαρτίου, όταν η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι έχασε το συνταγματικό δημοψήφισμα που είχε προκηρύξει και τι σημασία έχει, λένε, εάν τα δημοψηφίσματα στην Ιταλία είναι (διαχρονικά) αβέβαια – ακόμα και έτσι, η εικόνα της κυρίας Μελόνι να ηττάται (και μάλιστα με πρωτοβουλία της) δημιούργησε αίσθηση.
- Tου Α.Π. Δημόπουλου
Επειτα ήταν τα αποτελέσματα στις δημοτικές εκλογές της Γαλλίας που έγιναν την ίδια εποχή και θεωρήθηκαν αρνητικά για την Εθνική Συσπείρωση (RN) του κ. Μπαρντελά. Οχι τόσο γιατί ο δεξιός σχηματισμός δεν κέρδισε κάποιον πολύ μεγάλο δήμο (πλην εμμέσως σε Νίκαια και Τουλούζη, υποστηρίζοντας ως «συμμάχους» τους Éric Ciotti και Jean-Luc Moudenc) ή γιατί, αντίθετα, έχασε καθαρά (και με μεγαλύτερη της αναμενόμενης διαφορά) τη Μασσαλία (και με το Παρίσι να παραμένει στους Σοσιαλιστές), αλλά πρωτίστως γιατί η προσπάθεια του κ. Μπαρντελά να εξασφαλίσει την άτυπη υποστήριξη των γκολικών σε πολλούς μικρότερους δήμους απέτυχε.
Και αυτό ξύπνησε και πάλι τον φόβο ότι ακόμα ένα άτυπο «ρεπουμπλικανικό μέτωπο» ίσως βάλει και πάλι φραγμό στον κ. Μπαρντελά (ή τη κυρία Λεπέν) στις κρίσιμες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας τον Απρίλιο του 2027. Ενώ, εν συνεχεία, ήρθε η ήττα του κ. Ορμπαν στις εκλογές της 12ης Απριλίου στην Ουγγαρία και κάποιοι άρχισαν να βλέπουν κάτι παραπάνω από πυρετό – μια κανονική επιδημία. Είναι, όμως, έτσι; Ή μήπως ο πυρετός είναι εαρινός; Απλά πυρέτια που θα περάσουν με τον πρώτο ήλιο;
Εξαρτάται. Ας πάρουμε λ.χ. την Ουγγαρία, όπου ο πυρετός ήταν πράγματι δραματικός, με τον κ. Ορμπαν να χάνει με μια συντριπτική διαφορά 17 μονάδων από τον κ. Magyar (37,71% έναντι 54,41%) και με τη δημογραφική κατηγορία των νέων (ηλικίες 18-28) να στηρίζουν το «Tisza», σε ποσοστό που υπερέβη το 70%(μιλάμε για αριθμούς, που βάζουν θεμέλια πολιτικής κυριαρχίας με όρους «γενεάς»). Εντούτοις, δραματικός δεν σημαίνει απαραιτήτως και μεταδοτικός πυρετός και αυτό γιατί οι λόγοι της ήττας του κ. Ορμπαν ήταν πρωτίστως «ουγγρικοί».

«Καθεστώς»
Οπως η επιθυμία για αλλαγή σελίδας, ύστερα από πολλά χρόνια εξουσίας, μια «κόπωση εξουσίας» δηλαδή, που αφορούσε ειδικά την Ουγγαρία, στην οποία η Δεξιά λειτουργούσε πλέον ως «καθεστώς» και όχι (όπως αλλού) ως εν εξελίξει «μοχλός αλλαγής». Ή (ο άλλος βασικός λόγος) η αποδοκιμασία του κ. Ορμπαν λόγω της αμφιλεγόμενης «κατανόησής» του στη ρωσική πολιτική (ιστορικά μηδέποτε συμπαθή στην Ουγγαρία και με τον κ. Magyar να παρουσιάζει ρητά τις εκλογές ως «επιλογή μεταξύ Δύσης και Ανατολής»), γιατί και αυτό δεν αφορά τη Δεξιά της Ευρώπης γενικότερα, γιατί και η κυρία Μελόνι και η κυρία Λεπέν έχουν αποκλείσει από τις ευρω-ομάδες τους κάθε πραγματικά φιλορωσικό σχηματισμό (σχηματισμοί,που έχουν πλέον ενωθεί σε μια νέα μικρή ευρω-ομάδα – την «ESN»). Το βράδυ των εκλογών στη Βουδαπέστη το κεντρικό σύνθημα ήταν το «Ruszkik Haza!» («Ρώσοι, στα σπίτια σας!»), το ίδιο αντικομουνιστικό σύνθημα, δηλαδή, που ακουγόταν στην εισβολή των Σοβιετικών το 1956.
Δεν είναι πιθανό να ακουστεί σε Ρώμη ή Παρίσι. Με άλλα λόγια, να μην κρίνουμε από την Ουγγαρία – παρά τα γραφόμενα, ο όποιος εαρινός πυρετός της Δεξιάς δεν είναι επιδημικός. Και μπορεί να μην είναι καν πυρετός, αλλά απλά πυρέτια μόνο, αλλά ως προς αυτό θα χρειαστεί να αναμείνουμε τον επόμενο χρόνο, όταν έπονται εκλογές σε Γαλλία και Ιταλία και θα μετρήσουμε αυθεντικότερα (και με μέτρα «μεγάλης χώρας») την ευρωστία της ριζοσπαστικής Δεξιάς γενικότερα. Γιατί, για μεν την Ιταλία, παρά όσα γράφτηκαν για την «ήττα» της κυρίας Μελόνι στο δημοψήφισμα του Μαρτίου, η πραγματικότητα είναι ότι η κυρία Μελόνι παραμένει πολιτικά πανίσχυρη, χωρίς καμία ουσιαστική φθορά από την άσκηση της εξουσίας και εάν τα πράγματα συνεχίσουν έτσι, η νίκη της στις εκλογές του 2027 μπορεί να θεωρείται ήδη δρομολογημένη.
Οσο για τη Γαλλία, οι δημοσκοπήσεις επίσης συμφωνούν ότι εάν ο κ. Μπαρντελά (ή η κυρία Λεπέν) αντιμετωπίσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών έναν υποψήφιο της Αριστεράς, ριζοσπαστικής και μη (όπως αντιστοίχως τον Jean-Luc Mélenchon ή τον Raphaël Glucksmann), η νίκη του θα είναι καθαρή και το ίδιο (έστω και με μικρότερη διαφορά) θα συμβεί εάν ο υποψήφιος προέρχεται από την γκολική Κεντροδεξιά ή πολιτικούς που συνδέθηκαν στενά με την εποχή Macron (όπως τον Gabriel Attal) – η μόνη περίπτωση να ηττηθούν είναι εάν αντίπαλος στον δεύτερο γύρο αναδειχθεί ο πρώην πρωθυπουργός Édouard Philippe.
Το ρίσκο
Με άλλα λόγια, παρά το εγγενές ρίσκο που ενέχει η προσωποποίηση κάθε προεδρικής εκλογής στη Γαλλία (αστάθμητος παράγοντας, που εν προκειμένω εκδηλώνεται, ακριβώς, με μια σχετική προτίμηση στον κ. Philippe), η εκλογή του κ. Μπαρντελά (ή της κυρίας Λεπέν) παραμένει και αυτή στατιστικά η ισχυρότερη πιθανότητα. Προσθέστε στα δεδομένα αυτά ότι η Βρετανία δείχνει σχεδόν προγραμματισμένη να αποκτήσει ως πρωθυπουργό τον Nigel Farage (με πιθανότερες εκλογές το 2028) και οι κρίσεις του διεθνούς Τύπου για επιδημίες και πυρετούς της Δεξιάς δεν δείχνουν ιδιαίτερα σταθμισμένες τελικά.
Δεν ξέρω τι θα συμβεί στις ΗΠΑ (όπου οι Ρεπουμπλικάνοι, MAGA και μη, δεν πάνε καλά), στη (γεωγραφική) Ευρώπη, όμως, αυτό που αποκαλούμε «ριζοσπαστική Δεξιά» ήρθε για να μείνει και η όποια εξασθένησή του θα χρειαστεί να περιμένει τον πυρετό μιας πολύ μελλοντικής άνοιξης και έναν απώτερο πολιτικό κύκλο.

