Το καθεστώς που διέπει την Αρχή και πώς μπήκαν ξαφνικά στο αρχείο χιλιάδες υποθέσεις υπόπτων για φοροδιαφυγήΜέρος 11ο
Ερευνα:
Μαρία Παναγιώτου
Ντίνα Ιωακειμίδου
Στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους, η θητεία του επικεφαλής της ΑΑΔΕ Γ. Πιτσιλή παρατάθηκε για επιπλέον δύο έτη, δηλαδή έως τις 20 Ιανουαρίου 2020.
Οπως ήδη έχουμε επισημάνει, η ΑΑΔΕ δεν υπόκειται σε κυβερνητικό και διοικητικό έλεγχο, και δεν υποβάλλεται σε έλεγχο σκοπιμότητας. Το δικαίωμα αυτό το διαθέτουν αποκλειστικά οι δανειστές, οι οποίοι την ελέγχουν εξ ολοκλήρου. Εξάλλου, τα διοικητικά όργανα της ΑΑΔΕ επιλέγονται από την επιτροπή επιλογής, στη σύνθεση της οποίας μετέχουν δύο εκπρόσωποι που υποδεικνύει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ στο διοικητικό συμβούλιό της συμμετέχει και εμπειρογνώμονας που διορίζεται από την Κομισιόν. Ούτε λίγο ούτε πολύ, λοιπόν, συντελείται η «αρπαγή των δημόσιων εσόδων της χώρας», όπως εύστοχα το περιέγραψε η πρώην αναπληρώτρια υπουργός Οικονομικών Ν. Βαλαβάνη στο βιβλίο της «Τρίτο Μνημόνιο – Η ανατροπή μιας ανατροπής».
Παράλληλα, οι υπάλληλοι της Αρχής υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς και σε ειδικό μισθολόγιο, λαμβάνουν μπόνους τα οποία καθορίζονται από τον διοικητή της και αξιολογούνται επίσης από αυτόν. Ο επικεφαλής της ΑΑΔΕ καθορίζει τα κριτήρια των προσλήψεων, παύει αυτούς που θεωρεί ακατάλληλους, επιλέγει τους προϊσταμένους. Επ’ αυτού, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της έκδοσης δύο φορές προκηρύξεων από τον Γ. Πιτσιλή για την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕΜΕΕΠ) και του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ).
Η πρώτη προκήρυξη εκδίδεται στις 18 Μαΐου 2017. Υποβάλλονται κανονικά υποψηφιότητες, ωστόσο με νεότερη προκήρυξη που εκδίδεται στις 6 Σεπτεμβρίου του 2017 επαναλαμβάνεται η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την υποβολή υποψηφιοτήτων πλήρωσης θέσεων προϊσταμένων του ΚΕΜΕΕΠ, καθώς, όπως σημειώνεται, η προηγούμενη προκήρυξη «καταργείται και οι αιτήσεις υποψηφιότητας που υποβλήθηκαν στην υπηρεσία μας, σε συνέχεια αυτής, δεν θα ληφθούν υπόψη». Για ποιον λόγο συνέβη αυτό; Επειδή προφανώς οι υποψηφιότητες που τέθηκαν δεν ικανοποίησαν τον «άρχοντα» των δημόσιων εσόδων.
Εν τέλει, τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους τοποθετήθηκαν οι προϊστάμενοι του ΚΕΜΕΕΠ. Δεν συνέβη το ίδιο, όμως, με την προκήρυξη που εκδόθηκε για την υποβολή υποψηφιοτήτων πλήρωσης θέσεων προϊσταμένων της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), τον Απρίλιο του 2017, και στη συνέχεια τον Σεπτέμβριο. Εκεί, ακόμη αναμένουν την πρόσληψη των προϊσταμένων…
Aσυλία της ελίτ
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με δύο αποφάσεις του κατά τη διάρκεια του 2017, απεφάνθη ότι, πέραν της πενταετίας, κανένα στοιχείο δεν μπορεί να θεωρείται νέο ή συμπληρωματικό, ώστε να δικαιολογείται φορολογικός έλεγχος. Κάπως έτσι, χιλιάδες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος έως το 2011 οικονομικά ισχυρών φορολογουμένων, που περιλαμβάνονται στις περιώνυμες λίστες υπόπτων για φοροδιαφυγή μεγάλης έκτασης, θεωρούνται παραγραμμένες.
Το Δημόσιο πλέον δεν διαθέτει κανένα δικαίωμα ελέγχου, ενώ ακόμη και στις υποθέσεις όπου οι έλεγχοι έχουν ήδη ολοκληρωθεί αναμένεται να καταπέσουν στα διοικητικά δικαστήρια ή στη ΔΕΔ (Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών) ύστερα από προσφυγές των φορολογουμένων.
Παράλληλα, σε χρόνο-ρεκόρ,το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους εκδίδει στα τέλη Νοεμβρίου τρεις γνωμοδοτήσεις.
Στην πρώτη ορίζεται ότι «η εξέταση του υπολοίπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογουμένου… δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν την επιμήκυνση της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής».
Με τη δεύτερη αποσαφηνίζεται ότι η εικοσαετής περίοδος παραγραφής δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρήσεις προ του 2012, ενώ με την τρίτη σημειώνεται πως για τις υποθέσεις που έχουν παραγραφεί δεν είναι δυνατή ούτε η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς από τα φορολογικά όργανα για την άσκηση ποινικής δίωξης των εμπλεκομένων σε μεγάλες υποθέσεις φοροδιαφυγής. Ο επικεφαλής της ΑΑΔΕ έσπευσε να υιοθετήσει ταχύτατα τις αποφάσεις. Κανένα επιχείρημα δεν διατυπώθηκε, ουδεμία αντίρρηση ή δυσφορία εκδηλώθηκε, ουδείς επικαλέστηκε λόγους δημοσίου συμφέροντος προκειμένου να αντικρούσει ή να προκαλέσει δημόσια συζήτηση επί του θέματος…
Προβλεπόταν μεγαλύτερη προθεσμία παραγραφής για τραπεζικές καταθέσεις
Xαρακτηριστική είναι και η απόφαση 5864, που εκδόθηκε από τη ΔΕΔ στις αρχές Νοεμβρίου και προ της εκδόσεως της αποφάσεως του ΣτΕ το 2017 περί παραγραφής. Σε αυτή γίνεται ρητή αναφορά σε παραγραφή των υποθέσεων μετά την πάροδο δεκαετίας, καθώς η άρση του τραπεζικού απορρήτου κατέστη εφικτή μόλις το 2011. Δηλαδή, πριν από την απόφαση του ΣτΕ η ΑΑΔΕ έμοιαζε να έχει διαφορετική άποψη περί παραγραφής.
«Οι τραπεζικές καταθέσεις ήταν στοιχεία άγνωστα στη φορολογική Αρχή και δεν συμπεριλαμβάνονταν μεταξύ των στοιχείων που όφειλε υποχρεωτικά να ερευνήσει και να αξιολογήσει, και κατά συνέπεια δεν ήταν δυνατόν να εγερθεί υπόνοια για την ύπαρξη καταθέσεων που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα των προσφευγόντων» σημειώνεται χαρακτηριστικά. «Εξάλλου, τα τραπεζικά στοιχεία δεν ήταν άμεσα διαθέσιμα στη φορολογική Αρχή και ευρύτατη εξαίρεση από το ειδικό τραπεζικό απόρρητο προς αποτροπή της φοροδιαφυγής εισήχθη με τον ν. 3986/2011».
Επομένως, καταλήγει η απόφαση, «οι τραπεζικές καταθέσεις που ήρθαν σε γνώση της φορολογικής Αρχής κατόπιν ανοίγματος λογαριασμών αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68, παρ. 2 του ν. 2238/1994, και το δικαίωμα του Δημοσίου για την ενέργεια αρχικής ή συμπληρωματικής φορολογικής εγγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 84, παρ. 4 του ν. 2238/1994 και του άρθρου 72, παρ. 11 του ν. 4174/2013 παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία».
Μέχρι λοιπόν την ψήφιση του νόμου (3888/2010, όπου προστέθηκε εδάφιο στον ν. 2238/94) για την άρση του τραπεζικού απορρήτου δεν υπήρχε η δυνατότητα για τη φορολογική διοίκηση προσδιορισμού εισοδήματος με βάση την προσαύξηση περιουσίας από καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς.
Παράλληλα, οι πρώτες πράξεις επιβολής φόρων με βάση τις τραπεζικές καταθέσεις εκδόθηκαν, λόγω των δυσκολιών, τρία χρόνια μετά την ψήφιση των σχετικών διατάξεων. Η καταστολή λοιπόν της μεγάλης φοροδιαφυγής δεν συνιστά, σύμφωνα και με το Σύνταγμα, επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος; Η φτωχοποίηση των Ελλήνων πολιτών και η τεράστια φυγή κεφαλαίων μιας οικονομικής ελίτ, που παραμένει στο απυρόβλητο, δεν συνιστά έγκλημα κατά του ελληνικού λαού;
Διαβάστε παρακάτω όλα τα μέρη της έρευνας:
►Μέρος 1ο: Το κόλπο με την ίδρυση της ΑΑΔΕ!
►Μέρος 2ο: Ετσι κουκούλωσαν τη φοροδιαφυγή!
►Μέρος 3ο: Απαξίωσαν εισαγγελείς και στοιχεία
►Μέρος 4ο: Η διασταύρωση άργησε δύο χρόνια!
►Μέρος 5ο: Αλλα κόλπα με αδήλωτα εισοδήματα
►Μέρος 6ο: Ξήλωσαν τους έμπειρους εφοριακούς
►Μέρος 7ο: ΓΓΔΕ: Οι εισαγγελείς είναι εχθροί μας
►Μέρος 8ο: «Μην βάζετε υπερβολικά πρόστιμα»!
►Μέρος 9ο: Η ΛΙΣΤΑ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ
►Μέρος 10ο: Η «περίεργη αυτονομία» της ΑΑΔΕ

