Η Αγκυρα προσπαθεί να σπάσει τα τριμερή σχήματα συμμαχιών της Ελλάδας και της Κύπρου με χώρες της περιοχής (Ισραήλ, Αίγυπτος κ.ά.), όπως δήλωσε και ο Φιντάν
Λίγες ημέρες μετά τη σύλληψη του Κούρδου ηγέτη Α. Οτσαλάν από τις τουρκικές Αρχές (Φεβρουάριος 1999), ο τότε πρόεδρος της Τουρκίας Σ. Ντεμιρέλ σε ερώτηση δημοσιογράφου για το αν θα έπρεπε η Τουρκία να επιτεθεί στην Ελλάδα στο πλαίσιο του δικαιώματος της αυτοάμυνας, μιας και αποκαλύφθηκε ότι η Αθήνα υποστήριζε τον «αρχιτρομοκράτη» Κούρδο ηγέτη, απάντησε χαρακτηριστικά «η Ελλάδα δεν είναι Συρία. Η Ελλάδα ανήκει στο ΝΑΤΟ, στην Ε.Ε. και σε άλλους οργανισμούς», εννοώντας ότι έχει ερείσματα αποτροπής έναντι της Τουρκίας.
- Γράφει ο Λάζαρος Καμπουρίδης*
Ακριβώς αυτό το σημείο αποτελεί τον πυρήνα της τουρκικής στρατηγικής εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου τα τελευταία χρόνια, δηλαδή η απομόνωση των δύο πυλώνων του Ελληνισμού και η αποστέρησή τους από διάφορα ξένα ερείσματα τα οποία αποτελούν πολιτικά και επιχειρησιακά αναχώματα απέναντι στην Τουρκία, ώστε να καταστούν ευκολότερη λεία στις τουρκικές ορέξεις.
Οι προσπάθειες της Τουρκίας προς την κατεύθυνση αυτή για εξαναγκασμό της Ελλάδας και της Κύπρου να πάψουν να στηρίζονται στα δυτικά ερείσματα έχει πάρει έντονη διάσταση τα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης Ερντογάν. Η τουρκική τακτική στο θέμα αυτό βασίζεται σε δύο πυλώνες, τον πολιτικό και τον επιχειρησιακό. Δηλαδή η Ελλάδα και η Κύπρος να αποποιηθούν τα ερείσματά τους σε πολιτικό και επιχειρησιακό επίπεδο.
Η ολίσθηση της τουρκικής τακτικής στο θέμα αυτό είναι πιο εμφανής στο πολιτικό πεδίο, αν και τελευταία διακρίνεται ότι αυτό επιχειρείται και στο επιχειρησιακό. Στη Λευκή Βίβλο του τουρκικού υπουργείου Εθνικής Αμυνας του έτους 2000, σχετικά με την επίλυση των προβλημάτων στο Αιγαίο αναφέρεται χαρακτηριστικά: Η Τουρκία πάντα υποστηρίζει ότι τα προβλήματα στο Αιγαίο με την Ελλάδα θα πρέπει να επιλυθούν με διάλογο και μέσα από ειρηνικές διαδικασίες. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία πιστεύει ότι για την ειρηνική επίλυση των προβλημάτων αυτών, δεν θα πρέπει να αποκλείονται η διαπραγμάτευση, η καλή πρόθεση, η διαμεσολάβηση, η επιδιαιτησία και η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο (Δ.Δ.), σύμφωνα με το άρθρο 33 του Καταστατικού Χάρτη των Η.Ε.
Δηλαδή η Τουρκία του 2000 δεν απέκλειε τη διαμεσολάβηση τρίτων για την επίλυση του θέματος/θεμάτων στο Αιγαίο. Τα τελευταία χρόνια όμως η Αγκυρα έχει αλλάξει στάση και επιχειρεί να απομονώσει την Ελλάδα ώστε να επιβάλει το δίκαιο του ισχυρού μέσα από διμερείς συνομιλίες και διαπραγματεύσεις. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα από την οργισμένη αντίδραση του Ερντογάν όταν ο Ελληνας πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης μίλησε στο αμερικανικό Κογκρέσο τον Μάιο του 2022 για την τουρκική επιθετικότητα, με τον Τούρκο πρόεδρο να δηλώνει χαρακτηριστικά:
Παρά το γεγονός ότι στη συνάντησή μας (εννοούσε τη συνάντησή του με τον Ελληνα πρωθυπουργό τον Μάρτιο του 2022 στην Κωνσταντινούπολη) συμφώνησε να μη φέρουμε τρίτους ανάμεσά μας, να συνεννοηθούμε οι δυο μας, παρ’ όλα αυτά έπειτα από 2-3 εβδομάδες πήγε στη Γερουσία των ΗΠΑ, σαν να μην κάναμε αυτές τις συναντήσεις, δυστυχώς, μίλησε και κατηγόρησε την Τουρκία, έκανε το ίδιο και στο Νταβός». Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προσπάθεια της Τουρκίας να σπάσει τα τριμερή σχήματα συμμαχιών της Ελλάδας και της Κύπρου με χώρες της περιοχής (Ισραήλ, Αίγυπτος κ.ά.), όπως δήλωσε τελευταία και ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χ. Φιντάν.
Τακτική
Αναφορικά με την επιχειρησιακή διάσταση, αυτή η τακτική της Τουρκίας εστιάζει όχι μόνο στην εξάλειψη των ερεισμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου αλλά και των προθέσεων των δύο πυλώνων του Ελληνισμού να εκμεταλλευτούν τις στρατηγικές τους συνεργασίες για να ενισχύσουν την εθνική άμυνα. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της τουρκικής τακτικής αποτελεί η προσπάθεια της Αγκυρας να σπάσει το τρίγωνο Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ, το οποίο, μεταξύ των άλλων, αποσκοπεί και στην εμβάθυνση της τριμερούς συνεργασίας με σκοπό την απόκτηση ισραηλινής κατασκευής υψηλής τεχνολογίας οπλικών συστημάτων τα οποία τρομάζουν την Αγκυρα.
Αυτός είναι και ο λόγος της τελευταίας στοχοποίησης της Ελλάδας και της Κύπρου από τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών Χ. Φιντάν, ο οποίος με δηλώσεις του εκτόξευσε έμμεσες απειλές για πόλεμο λόγω της συνεργασίας με το Ισραήλ. Αυτή η τουρκική τακτική βασίζεται σε μία επικοινωνιακή στρατηγική εκφοβισμού ώστε Ελλάδα και Κύπρος να παραιτηθούν από το εξοπλιστικό πρόγραμμά τους, το οποίο επικεντρώνεται και στην απόκτηση ισραηλινών οπλικών συστημάτων.
Η Ελλάδα και η Κύπρος έναντι αυτής της τουρκικής μεθόδευσης θα πρέπει να καταδείξουν την τουρκική επιθετικότητα στον διεθνή παράγοντα και κυρίως να προχωρήσουν με ταχείς ρυθμούς το εξοπλιστικό τους πρόγραμμα. Επίσης, στο θέμα των διαπραγματεύσεων η Αθήνα πρέπει να αλλάξει τακτική και να εντάξει στη δική της τακτική και τη χρησιμοποίηση των «τρίτων» και κυρίως της Ε.Ε. αφού η διαδικασία της αναζήτησης λύσης στο θέμα του Αιγαίου μόνο με διμερείς συνομιλίες ευνοεί τον επιθετικότερο και τον ισχυρότερο και κυρίως αυτόν που έχει μόνο να λαμβάνει, δηλαδή την Τουρκία.
Εξάλλου και η Τουρκία πράττει το ίδιο στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει την απειλή του Ισραήλ. Αναζητεί συμμαχίες σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο με χώρες όπως το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος, επιχειρώντας μάλιστα να εντάξει στην προσπάθειά της αυτή και όλο τον ισλαμικό Κόσμο. Η τακτική της αντιμετώπισης των απειλών με τη μορφή της σαλαμοποίησης αποτελεί προσφιλή τουρκική μέθοδο. Η Ελλάδα θα πρέπει να πράξει ακριβώς το αντίθετο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο πρώην πρόεδρος της Τουρκίας Σ. Ντεμιρέλ είχε αναγνωρίσει 27 χρόνια πριν ότι τα διεθνή ερείσματα της Ελλάδας λειτουργούν αποτρεπτικά και ως ανάχωμα έναντι της τουρκικής απειλής.
Η εκμετάλλευση των ερεισμάτων αυτών, η ενίσχυση των συμμαχιών με χώρες της περιοχής και η επιτάχυνση του προγράμματος ενίσχυσης της εθνικής άμυνας αποτελούν μονόδρομο για Ελλάδα και Κύπρο για την αντιμετώπιση της εξ ανατολών απειλής.
* Αντιστράτηγος ε.α.

