Εναν χρόνο μετά την ανάληψη της Καγκελαρίας και παρά τις υποσχέσεις για οικονομική ανάκαμψη ο κυβερνητικός του συνασπισμός ενδεχομένως να μην αντέξει… ως τη δεύτερη επέτειο
Ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, πριν από λίγες ημέρες ανέβηκε στο βήμα της Καγκελαρίας στο Βερολίνο για να παρουσιάσει το πρώτο μέρος μιας ευρείας μεταρρύθμισης του κοινωνικού συστήματος της χώρας, ελπίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα σηματοδοτήσει το όραμά του για μια νέα πορεία της Γερμανίας. Αντί γι’ αυτό όμως βρέθηκε να απαντά σε ερωτήσεις για το πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει ο κυβερνητικός του συνασπισμός. «Κανείς δεν μπορεί να δώσει εγγυήσεις για τίποτα» απάντησε.
Ο Μερτς ανέλαβε την Καγκελαρία πριν από έναν χρόνο, υποσχόμενος ότι θα επανεκκινήσει τη γερμανική οικονομία, θα αποκαταστήσει τον ηγετικό ρόλο της χώρας στην Ευρώπη και θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς απέναντι στην άνοδο της Ακροδεξιάς. Σήμερα όμως, λίγα 24ωρα αφότου την περασμένη Τετάρτη η κυβέρνηση συνεργασίας της Γερμανίας «γιόρταζε» τα πρώτα της γενέθλια στην εξουσία, βλέπει μπροστά του μόνο αδιέξοδα.
Η οικονομική ανάκαμψη εκτροχιάστηκε από τον πόλεμο του Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν, αφήνοντας την Ευρώπη στο περιθώριο των εξελίξεων. Η δημοτικότητα του Μερτς κατέρρευσε, ανοίγοντας τον δρόμο για την ενίσχυση της ακροδεξιάς AfD σε σειρά δημοσκοπήσεων.
Η πλειοψηφία των Γερμανών θεωρεί ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός θα διαλυθεί προτού ολοκληρώσει τη θητεία του, το 2029, με την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) να διατηρεί προβάδισμα τεσσάρων μονάδων. Σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου INSA για λογαριασμό της «Bild am Sonntag», το 58% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι ο συνασπισμός της Χριστιανικής Ενωσης (CDU/CSU) με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) δεν θα καταφέρει να ολοκληρώσει τη θητεία του έως το 2029, ενώ μόνο το 24% διατυπώνει αντίθετη γνώμη. Η AfD προηγείται με 28% και ακολουθεί η Χριστιανική Ενωση (CDU/CSU) με 24%.
Στην τρίτη θέση, χωρίς μεταβολή, βρίσκεται το συγκυβερνών Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) με 14%, στην τέταρτη οι Πράσινοι με 13% (+1) και στην τελευταία η Αριστερά με 11%, όπως και στην προηγούμενη μέτρηση.
Την ίδια στιγμή οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες επιδεινώνονται. Ο Τραμπ απείλησε με νέους δασμούς στις αυτοκινητοβιομηχανίες και με μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γερμανία, έπειτα από δημόσια αντιπαράθεση με τον Γερμανό καγκελάριο. Το κλίμα αυτό έχει πυροδοτήσει παρασκηνιακές συζητήσεις ακόμα και στο εσωτερικό της κυβέρνησης και του μπλοκ των Χριστιανοδημοκρατών για τη διάρκεια της πολιτικής επιβίωσης του Μερτς. Στέλεχος του CDU περιέγραψε τον 70χρονο καγκελάριο ως μια σχεδόν τραγική φιγούρα: ως έναν πολιτικό που πάλεψε επί δεκαετίες για να φτάσει στην κορυφή μόνο και μόνο για να βρεθεί αντιμέτωπος με μια ιστορικά δύσκολη συγκυρία.
«Κανένας ομοσπονδιακός καγκελάριος πριν από μένα δεν έχει περάσει κάτι τέτοιο» είχε δηλώσει ο Μερτς στο «Der Spiegel». Ενώ προσπαθεί να προωθήσει μια ατζέντα μεταρρυθμίσεων, που, όπως λέει, θα αναζωογονήσει τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκαμπτη συμμαχία με πολιτικούς αντιπάλους και μια παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα. Η κυβέρνησή του μείωσε τον περασμένο μήνα στο μισό την πρόβλεψη ανάπτυξης για το 2026, επικαλούμενη το «εξαιρετικά ασταθές» παγκόσμιο περιβάλλον.
Ο πρώην επικεφαλής της BlackRock στη Γερμανία, που είχε αποχωρήσει για περισσότερο από μία δεκαετία από την ενεργό πολιτική, βρίσκεται εδώ και καιρό αντιμέτωπος με επικρίσεις. Η ηγετική του ικανότητα αμφισβητήθηκε έντονα σε συνάντηση πολιτικών αρχηγών στις αρχές Απριλίου σε μια βίλα έξω από το Βερολίνο, όταν, σύμφωνα με κυβερνητικό αξιωματούχο, ξέσπασε κατά του αντικαγκελαρίου των Σοσιαλδημοκρατών, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ.
Οταν ρωτήθηκε δημόσια για το περιστατικό, ο Μερτς απάντησε κοφτά: «Θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι, δεν φωνάζω σε κανέναν». Ωστόσο, τα κόμματα του συνασπισμού απέτυχαν να συμφωνήσουν στις περισσότερες από τις προτάσεις που συζητήθηκαν για την αντιμετώπιση της αύξησης στις τιμές των καυσίμων. Για έναν καγκελάριο που είχε υποσχεθεί μια κυβέρνηση χωρίς τις εσωτερικές συγκρούσεις που οδήγησαν στην πτώση του προκατόχου του, Ολαφ Σολτς, η πραγματικότητα εξελίσσεται διαφορετικά.
Ο Μερτς είχε ειρωνευτεί παλαιότερα τον Σολτς, λέγοντας ότι ασκούσε την εξουσία «σαν υδραυλικός». Δεν είχε, επίσης, κρύψει ποτέ ότι θεωρούσε τον εαυτό του πιο κατάλληλο για την Καγκελαρία από την Ανγκελα Μέρκελ, η οποία τον είχε παραμερίσει από την ηγεσία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας το 2002, προτού κερδίσει η ίδια την Καγκελαρία τρία χρόνια αργότερα. Πλέον, όμως, οι πολιτικές του ικανότητες δοκιμάζονται σκληρά.
Τα τρία σενάρια και οι δυσκολίες του Συντάγματος
Ο Μερτς μπαίνει πλέον στον δεύτερο χρόνο της θητείας του με τρία πιθανά μονοπάτια μπροστά του. Στο πρώτο, ο κυβερνητικός συνασπισμός επιβιώνει και συνεχίζει με πολιτικές που φέρουν κυρίως τη σφραγίδα των Σοσιαλδημοκρατών. Η Γερμανία κερδίζει σταθερότητα, αλλά όχι την αλλαγή πορείας που είχε υποσχεθεί ο καγκελάριος. Στο δεύτερο, η ενίσχυση της AfD στις ανατολικές περιφέρειες οξύνει τις εσωτερικές πιέσεις και επαναφέρει τη συζήτηση για διαφορετικές κοινοβουλευτικές ισορροπίες ακόμα και αν ο Μερτς αποκλείει κατηγορηματικά συνεργασία με την Ακροδεξιά. Στο τρίτο, μια μεγάλη εξωτερική κρίση -πόλεμος, τρομοκρατία, πανδημία ή οικονομικό σοκ- διαλύει τις εύθραυστες ισορροπίες του σημερινού κυβερνητικού μοντέλου.
Οι πρόωρες εκλογές στη Γερμανία αποτελούν μια σύνθετη διαδικασία, που αποτυπώνει τη σημασία της θεσμικής σταθερότητας. Σε αντίθεση με άλλες χώρες, το Σύνταγμα δεν επιτρέπει την αυτόματη διάλυση της Βουλής, αλλά προβλέπει συγκεκριμένα βήματα. Ο καγκελάριος μπορεί να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, βάσει του άρθρου 68. Αν δεν την εξασφαλίσει, τότε ο πρόεδρος της δημοκρατίας έχει την αρμοδιότητα να διαλύσει τη Βουλή εντός 21 ημερών. Από εκεί και πέρα οι εκλογές πρέπει να διεξαχθούν μέσα σε 60 ημέρες, εξασφαλίζοντας τον απαραίτητο χρόνο προετοιμασίας.
Παράλληλα, υπάρχει και η δυνατότητα της «εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας», δηλαδή η αντικατάσταση του καγκελαρίου χωρίς εκλογές, εφόσον υπάρξει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ωστόσο, αυτό το σενάριο είναι σπάνιο. Μόλις πέντε φορές συνολικά στη μεταπολεμική γερμανική Ιστορία καγκελάριοι έχουν ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης στην Μπούντεσταγκ. Σε τρεις περιπτώσεις το έκαναν για να προκαλέσουν πρόωρες εκλογές βάσει όσων ορίζει το γερμανικό Σύνταγμα: το 1972 ο Βίλι Μπραντ, το 1982 ο Χέλμουτ Κολ και το 2005 ο Γκέρχαρντ Σρέντερ.
