Καταλύσαμε το ανθρώπινο δίκαιο, αδιαφορούμε για τη θεία Δικαιοσύνη. Ολες τις επιλογές μας θα τις πληρώσουμε μία προς μία
- Παναγιώτης Λιάκος
Πρέπει να κατανοήσουμε τα κίνητρα όσων καταλήγουν να διεκδικήσουν το δίκιο με τα χέρια τους, βαστώντας ένα όπλο, και γιατί πληθαίνουν όσοι φτάνουν στο σημείο να τους χειροκροτήσουν. Αν δεν καταλάβουμε τον μηχανισμό που το προκαλεί αυτό, τότε η νόσος της αυτοδικίας θα συνεχιστεί, θα κλιμακωθεί, θα φτάσει και στο έσχατο σημείο της επικράτειας και θα μας καταστρέψει ολοκληρωτικά. Γι’ αυτό οφείλουμε, πρώτα απ’ όλα, να κατανοήσουμε την εποχή μας.
Οι καιροί μας υπό μίαν έννοια μας παρέχουν ένα σπάνιο προνόμιο: να εξετάσουμε και βιωματικά αλλά και με ποικίλα ενημερωτικά μέσα, ψηφιακά και αναλογικά, πώς βιώνεται μια συλλογική ελεύθερη πτώση στο κενό. Το σαράκι του μηδενισμού, που βασιλεύει ακόμα και μέσα στην καρδιά της θρησκευτικής ιεραρχίας, που ρυθμίζει τα του λατρευτικού βίου, έχει καταφάει τα θεμέλια των θεσμών, οι οποίοι συνέχουν την κοινωνία.
Μόλις ο πολίτης ακούσει για τις ανεξάρτητες και διακριτές εξουσίες, για το νομοθετικό σώμα δηλαδή, για την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία, πιθανότατα θα χαμογελάσει πικρά. Στα βουλευτικά έδρανα, στους υπουργικούς θώκους, στο Μέγαρο Μαξίμου και στα δικαστήρια δεν βλέπει πρόσωπα αλλά εργαλεία ενός ανθρωποφάγου συστήματος, το οποίο έχει ρυθμιστεί πάνω στον άξονα της υλικής ισχύος. Η διαφθορά και η παρακμή αναφέρονται μεν στην ύλη, αλλά ξεκινούν από το πνεύμα. Διαλύουν ηθικά τον άνθρωπο κι έπειτα επεκτείνονται και στο υλικό αποτύπωμά του. Κι αφού την περάσαμε τούτη την επώδυνη, πολυετή δοκιμασία της αποδόμησης, φτάσαμε εδώ, στο σημείο όπου θα εκδηλωθούν, με όλη την ισχύ τους, οι συνέπειες.
Το να πάρει κάποιος τον νόμο στα χέρια του σημαίνει ότι δεν έχει ίχνος εμπιστοσύνης και σεβασμού στο κρατικό δικαιικό σύστημα. Επίσης, τούτη η πράξη φανερώνει δύο τινά για τη σχέση του αυτουργού με το θείο: είτε εκδικείται επειδή θεωρεί ότι ο γδικιωμός του είναι εναρμονισμένος με τον θείο νόμο είτε δεν πιστεύει στον Θεό και συνεπώς δεν έχει εμπιστοσύνη σε έννοιες όπως θεία τιμωρία και ανταπόδοση.
Επειδή σε κάθε βήμα που κάνουμε πρέπει να έχουμε κατά νου από πού περάσαμε για να φτάσουμε στο σημείο όπου βρισκόμαστε τώρα, καλό είναι να ανατρέξουμε στην αρχαία παράδοσή μας. Εκεί υπάρχουν πολλές ιστορίες με ανθρώπους που «πήραν το αίμα τους πίσω» και δικάστηκαν γι’ αυτή τους την πράξη.
Σε μία απ’ αυτές τις δίκες ένας θεός, ο Απόλλων, κατέθεσε ως βασικός μάρτυρας υπεράσπισης ενός μητροκτόνου και είπε τα ακόλουθα:
«Θα πω σε σας, στο μέγα τούτο δικαστήριο που ίδρυσε η Αθηνά, δίκαια χύθηκε το αίμα∙ κι αφού είμαι μάντις, δεν είναι ψέμα ο λόγος μου. Ποτέ στον μαντικό μου θρόνο ούτε για άνδρα ούτε για γυναίκα ούτε για πόλι δεν είπα τίποτα που να μην ήταν διαταγμένο από τον Δία, τον Ολύμπιο πατέρα. Να καταλάβετε πόση δύναμη έχει αυτό το δίκαιο και να ακολουθήσετε, σας λέω, τη γνώμη του πατέρα μου∙ κανένας όρκος δεν ισχύει πιο πολύ από τον Δία».
Το προαναφερθέν χωρίο προέρχεται από την τραγωδία του Αισχύλου «Ευμενίδες»*. Το παράδοξο να καταθέτει θεός υπέρ μητροκτόνου συμβαίνει επειδή ο Ορέστης, γιος του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, βασανίζεται από την καταδίωξη Ερινύων και ζήτησε προστασία. Σκότωσε τη μητέρα του, Κλυταιμνήστρα, και οι σκοτεινές θεότητες της ανταπόδοσης του κακού δεν τον αφήνουν σε ησυχία.
Ο Απόλλωνας τον υπερασπίζεται επειδή ο ίδιος είχε διατάξει την εκδίκηση για τον φόνο του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της, Αίγισθο. Η υπόθεση οδηγείται στην Αθήνα, όπου η θεά Αθηνά ιδρύει, απέναντι από την Ακρόπολη, στον λοφίσκο του Αρείου Πάγου, δικαστήριο για να κριθεί δίκαια η υπόθεση.
Οι Ερινύες ζητούν τιμωρία για το έγκλημα του μητροκτόνου, ενώ ο Απόλλωνας υπερασπίζεται τον Ορέστη επικαλούμενος τη θέληση του Δία. Στο απόσπασμα αυτό ο Απόλλωνας δηλώνει ότι μιλά μόνο σύμφωνα με τις εντολές του Δία και καλεί τους δικαστές, που είναι άνθρωποι, στους οποίους προεδρεύει η θεά Αθηνά, να σεβαστούν τη θεϊκή δικαιοσύνη.
Τούτη η εξήγηση από τον τραγωδό, μαραθωνομάχο και μύστη των Ελευσινίων Μυστηρίων Αισχύλο, αντί να αμβλύνει τις γωνίες της παραδοξότητας, τις οξύνει. Θεός καταθέτει ως μάρτυρας σε ανθρώπινο δικαστήριο επιδιώκοντας να πείσει τους ανθρώπους να αθωώσουν δράστη μητροκτονίας!
Σε αυτό το σημείο υπάρχει μία εκ των θεμελιωδέστερων και διαχρονικότερων αξιών του ελληνικού πολιτισμού: η ελευθερία της βούλησης. Ο Θεός μπορεί να κάνει τα πάντα. Να πραγματώσει τη βούλησή του, να ελέγξει τα στοιχεία της φύσης, να ορίσει κανόνες. Ομως δεν επιθυμεί να αποφασίσει για λογαριασμό του ανθρώπου ποιον δρόμο, της αρετής ή της κακίας, να ακολουθήσει.
Η Αθηνά, παρεμβαίνοντας στη δίκη (στ. 681-699), λέει στους Αθηναίους για τη σκοπιμότητα της ίδρυσης του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου: «Ακούσετε των Αθηνών πολίτες, που πρώτη φορά κρίνετε για φόνο, ποιον θεσμό ιδρύω. Θα είναι στο εξής για πάντα αυτό το βουλευτήριο των δικαστών στη χώρα του Αιγέως. Πάνω σ’ αυτόν τον Αρειο βράχο, όπου σταμάτησαν και κατεσκήνωσαν οι αμαζόνες, όταν ήλθαν να πολεμήσουν τον Θησέα, και πύργωσαν καινούργιο κάστρο απέναντι στην πόλη τότε, και στον Αρη έκαμαν θυσίες και από τότε πήρε τ’ όνομα ο βράχος Πάγος Αρειος∙ σ’ αυτόν τον βράχο ο σεβασμός και ο αδελφός του ο φόβος θα συγκρατούν από την αδικία μέρα και νύχτα. […] Ποτέ δεν θάβρης να πιης νερό καθάριο, αν το μολύνης με βρωμερά αποχύματα και λάσπες. Συμβουλεύω τον λαό μου ούτε την αναρχία ούτε τη δεσποτεία ν’ ανέχεται και να μη βγάλη εντελώς τον φόβο από την πόλι∙ γιατί ποιος άνθρωπος μπορεί να είναι δίκαιος, αν δεν φοβάται τίποτα;».
Παρά την ευμενή για τον Ορέστη κατάθεση του Απόλλωνα και τη φιλική προς τον κατηγορούμενο δημηγορία της Αθηνάς, ήταν ισάριθμες οι ψήφοι (αθωωτικές – καταδικαστικές). Ο Ορέστης αθωώθηκε με μια ψήφο διαφορά. Αυτήν της Αθηνάς, που μας συμβούλευσε ούτε την αναρχία ούτε τη δεσποτεία ν’ ανεχόμαστε και να μη βγάλουμε εντελώς τον φόβο από την πόλη. Να μη νιώθουν, δηλαδή, απρόσβλητοι από τον Νόμο οι παραβάτες που έχουν ισχύ. Δεν το πράξαμε. Επιλέξαμε να μην το πράξουμε. Καταλύσαμε το ανθρώπινο δίκαιο, αδιαφορούμε για τη θεία Δικαιοσύνη και πλέον καταντήσαμε να ελπίζουμε στην αυτοδικία. Όλες τις επιλογές μας θα τις πληρώσουμε μία προς μία.
*Αισχύλου «Ευμενίδες». Μετάφραση-σημειώσεις, Βασ. Δημάρατου, στ. 614-621, σελ. 57, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα: 1975

