Την ενοχή και των 38 κατηγορουμένων για τις παράνομες επιδοτήσεις που φέρονται να εισέπραξαν μέσω πλαστών μισθωτηρίων και εικονικών δηλώσεων εκτάσεων που ανήκαν -τουλάχιστον στα χαρτιά- στην Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγίου, επικύρωσε σε δεύτερο βαθμό το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου.
Η εκδίκαση της υπόθεσης πραγματοποιήθηκε χθες, με το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να καταδικάζει όλους τους εμπλεκόμενους για χρήση πλαστών εγγράφων και απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο εδώλιο κάθισαν δεκάδες κτηνοτρόφοι από τη Δημοτική Ενότητα Στράτου, αλλά και δύο πρώην υπάλληλοι του ΚΥΔ Αγρινίου, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία υποβολής των δηλώσεων και των μισθωτηρίων.
Οι ποινές που επιβλήθηκαν κυμαίνονται από 11 έως 20 μήνες φυλάκισης, με ανασταλτικό χαρακτήρα, ενώ το δικαστήριο έκρινε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν αξιοποιήσει πλαστά συμφωνητικά μίσθωσης με εμφανιζόμενο εκμισθωτή την Ιερά Μονή, προκειμένου να δηλώσουν εκτάσεις και να λάβουν κοινοτικές επιδοτήσεις.
Το χρονικό της υπόθεσης
Η συγκεκριμένη υπόθεση, αν και συνδέεται θεματικά με το γενικότερο σκηνικό ερευνών γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, δεν αφορά στις πρόσφατες αποκαλύψεις και την ενεργή έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς πρόκειται για παλαιότερη υπόθεση που αφορά κυρίως στα έτη 2018 και 2019.
Πρωτόδικα, τον Νοέμβριο του 2025, οι «38» είχαν καταδικαστεί από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου σε ποινές μικρότερες των δύο ετών με αναστολή, ωστόσο η υπόθεση οδηγήθηκε σχετικά γρήγορα στο Εφετείο λόγω του κινδύνου παραγραφής μεγάλου μέρους των αδικημάτων που τελέστηκαν το 2018.
Το ενδιαφέρον της υπόθεσης βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αποκαλύφθηκε το δίκτυο των εικονικών δηλώσεων, αλλά και στο πώς χιλιάδες στρέμματα εμφανίστηκαν ξαφνικά ως ιδιοκτησία μοναστηριού και στη συνέχεια «μοιράστηκαν» μέσω μισθωτηρίων σε παραγωγούς εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά.
Πότε αποκαλύφθηκε η υπόθεση
Το «κουβάρι» άρχισε να ξετυλίγεται το 2020, όταν ο ΟΠΕΚΕΠΕ προχώρησε σε δειγματοληπτικούς ελέγχους σε ολόκληρη τη χώρα, μετά τις έντονες αντιδράσεις που είχαν προκληθεί από την υποχρεωτική αναγραφή του ΑΤΑΚ στις δηλώσεις. Παρά τη μερική υπαναχώρηση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης εκείνη την περίοδο, οι ελεγκτές του Οργανισμού εντατικοποίησαν τους ελέγχους ως προς τη γνησιότητα των ιδιωτικών μισθωτηρίων.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία εντοπίστηκε ότι περίπου 15.000 στρέμματα στα Κύθηρα είχαν δηλωθεί ως ιδιοκτησία της Ιεράς Μονής Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγίου και στη συνέχεια εμφανίζονταν να έχουν εκμισθωθεί σε αγρότες και κτηνοτρόφους από την περιοχή του Αγρινίου.
Ουσιαστικά, εκτάσεις που έως το 2019 καταγράφονταν ως κοινοτικοί βοσκότοποι, κυρίως στα παράλια των Κυθήρων, παρουσιάστηκαν αιφνιδιαστικά ως περιουσία της Μονής, ανοίγοντας τον δρόμο για την είσπραξη επιδοτήσεων μέσω εικονικών συμβάσεων.
Καθοριστικής σημασίας για την αποκάλυψη της υπόθεσης ήταν και οι καταγγελίες της ίδιας της Ιεράς Μονής. Όπως είχε αποκαλύψει τότε στην «Ύπαιθρο Χώρα» ο δικηγόρος της Μονής, Ιωάννης Παπαδημητρόπουλος, συνολικά 26 συμβόλαια που εμφανίζονταν στα αρχεία του ΟΠΕΚΕΠΕ για το 2019 έφεραν πλαστή σφραγίδα της Μονής και πλαστή υπογραφή του Αρχιμανδρίτη.
Παράλληλα, είχε επισημανθεί ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα διέφεραν εμφανώς από τα αυθεντικά μισθωτήρια που συνήθιζε να συνάπτει η Μονή για τις νόμιμες εκτάσεις της γύρω από το Αίγιο, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς τη σύνταξη και την πιστοποίησή τους.

