Η επιβολή θεσμοθετημένης λογοκρισίας ή ελέγχου περιεχομένου στα κοινωνικά δίκτυα, υπό το πρόσχημα της προστασίας των ανηλίκων κάτω των 15 ετών, δεν είναι πλέον θεωρία συνωμοσίας, αλλά επίσημη πολιτική
Για όσους δεν το έχουν ακόμη εμπεδώσει, το βαθύ κράτος των Βρυξελλών, με τη βοήθεια πολιτικών «πιόνια» σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, έρχεται στο προσκήνιο. Η ουσιαστική ρήξη με τις κοινωνίες των πολιτών επήλθε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όπου ο περισσότερος κόσμος, τρομοκρατημένος από τους μηχανισμούς προπαγάνδας και τις μαριονέτες της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δέχτηκε σχεδόν τα πάντα: από μαζικούς περιορισμούς έως εντολές συμμόρφωσης, με ελάχιστη ή μηδαμινή αντίσταση. Από τότε στο ευρωιερατείο κατάλαβαν ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες μπορούν να τα αποδεχτούν όλα.
Η συνέχεια δεν διαψεύδει το ευρωπαϊκό συμπέρασμα και τα παραδείγματα, για όσους παρακολουθούν την επικαιρότητα, είναι μπροστά στα μάτια μας. Στη Γαλλία ο Εμανουέλ Μακρόν και στην Ελλάδα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά τα πολύκροτα σκάνδαλα στα οποία εμπλέκονται, συμπεριφέρονται -με την ανοχή, αν όχι με τις ευλογίες της Ε.Ε.– σαν να μην τους αγγίζει τίποτα, εντός κι εκτός των χωρών τους.
Διορίζουν τους δικούς τους ανθρώπους, φίλους και μη, σε θέσεις-κλειδιά, ώστε να «κλειδώσουν» τα πάντα και να καταστήσουν εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε νομική διαδικασία. Είναι η ίδια τους η επιβίωση που παίζεται στα ζάρια λόγω των πολλών ατασθαλιών και κατά συνέπεια καταπιέζουν, φιμώνουν, λογοκρίνουν, αποδομούν και συνθλίβουν κάθε φωνή που τολμά να τους σταθεί εμπόδιο ή να τους αμφισβητήσει.
Κι επειδή έτσι έχουν τα πράγματα στη Γαλλία, στην Ελλάδα, στις Βρυξέλλες και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η επιβολή θεσμοθετημένης λογοκρισίας ή ελέγχου περιεχομένου στα κοινωνικά δίκτυα, όπως προτιμούν να τον αποκαλούν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, υπό το πρόσχημα της προστασίας των ανηλίκων κάτω των 15 ετών, δεν είναι πλέον θεωρία συνωμοσίας, αλλά μια συστηματική πολιτική που θα εφαρμόζεται μέσω της νομοθεσίας για τις ψηφιακές υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA) και των εθνικών πρωτοβουλιών που τη συμπληρώνουν ή την επεκτείνουν.
Προς την κατεύθυνση αυτή η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε ότι η ευρωπαϊκή εφαρμογή επαλήθευσης ηλικίας (European age verification app) για την πρόσβαση στις πλατφόρμες των κοινωνικών δικτύων είναι τεχνικά έτοιμη και σύντομα θα διατεθεί στους πολίτες.
Αυτό που συμβαίνει περιγράφεται ήδη από ορισμένους ως «τεχνοτυραννία», καθώς αποτελεί την αρχή, μέσω της τεχνολογίας, για τον πλήρη έλεγχο της ευρωπαϊκής κοινότητας, που δέχεται επίθεση κάτω από τη μέση. Το ζήτημα, επί της ουσίας, δεν αφορά ακριβώς τους ανηλίκους κάτω των 15 ετών, αλλά τη μεσοπρόθεσμη ψηφιακή ταυτοποίηση όλων των πολιτών, με ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες χρησιμοποιούν ένα πραγματικό πρόβλημα ως πρόσχημα, όπως είναι η χρήση της οθόνης από τους νέους, που πλέον βρίσκεται παντού, για να λογοκρίνουν την αντίθετη άποψη ως «πορνογραφία» και να εισαγάγουν τον ψηφιακό έλεγχο που θα αποτελειώσει την όποια ελευθερία μάς έχει απομείνει.
Οπως έγραψα στο Χ, οι ανήλικοι κάτω των 15 ετών διδάσκονται πλέον πανευρωπαϊκά το Κάμα Σούτρα σχεδόν από το νηπιαγωγείο ή μπορούν να ξεκινούν τη φυλομετάβαση από πολύ νωρίς, εκεί δεν απαιτείται προστασία; Επιπροσθέτως, η πρώτη οθόνη που αντικρίζουν είναι η τηλεόραση. Μήπως οι ηγεσίες μας θα ζητήσουν ταυτοποίηση κι από όλους τους τηλεθεατές; Φυσικά και όχι!
Κρατική επιτήρηση
Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει μια καλά οργανωμένη επικοινωνιακή γραμμή, καθώς η πρόσβαση στα κοινωνικά δίκτυα (Instagram, TikTok, Χ ή Facebook) θα γίνεται με την ταυτοποίηση μέσω του EUDI Wallet, δηλαδή του ψηφιακού πορτοφολιού στο οποίο περιλαμβάνεται και η ψηφιακή ταυτότητα, την οποία η Ε.Ε. παρουσιάζει ως εθελοντική. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το έχει γράψει, το έχει επαναλάβει, το έχει απεικονίσει σε ενημερωτικά γραφήματα: «Καμία υποχρέωση. Καμία δέσμευση. Το EUDI Wallet είναι ένα εργαλείο που τίθεται στη διάθεση των πολιτών, οι οποίοι παραμένουν ελεύθεροι να το υιοθετήσουν ή όχι».
Μάλιστα, έχει χρησιμοποιηθεί και ο όρος «μύθος» για να αποδομηθούν οι αντίθετοι ισχυρισμοί των «ψεκασμένων» ή «συνωμοσιολόγων», που όμως φαίνεται να επαληθεύονται, καθώς η απαίτηση ταυτοποίησης για τη χρήση των κοινωνικών δικτύων στην πράξη καθιστά αναγκαία το ψηφιακό πορτοφόλι και την ψηφιακή ταυτότητα.
Βεβαίως, το επιχείρημα της προστασίας των ανηλίκων είναι θεμιτό. Η αρνητική επίδραση των κοινωνικών δικτύων σε ορισμένα προφίλ νέων είναι τεκμηριωμένη. Αλλά η προτεινόμενη απάντηση ξεπερνά κατά πολύ αυτή τη δικαιολογία. Κάθε σύνδεση, κάθε δημιουργία λογαριασμού, κάθε εγγραφή σε νέα πλατφόρμα θα περνά από την ψηφιακή ταυτότητα που εκδίδεται από το κράτος. Η ίδια η πράξη της επαλήθευσης δημιουργεί ένα ίχνος: ο χρήστης προσέγγισε μια συγκεκριμένη υπηρεσία, σε συγκεκριμένη στιγμή, από συγκεκριμένη συσκευή. Με λίγα λόγια, το κράτος δεν θα δημιουργεί προφίλ όπως η Meta ή το Χ, αλλά θα είναι πλέον ο «χωροφύλακας» που θα επιτρέπει ή όχι την πρόσβαση στον ψηφιακό δημόσιο χώρο κι όχι μόνο.
Η πιο ανησυχητική διάσταση αφορά την εφαρμογή των κανόνων. Ηδη στη Γερμανία προτείνεται να καταστούν αναποτελεσματικές οι τεχνικές παράκαμψης της πρόσβασης στα κοινωνικά δίκτυα, συμπεριλαμβανομένων των VPN. Μια πρακτική που χρησιμοποιείται από κράτη των οποίων τα καθεστώτα ελέγχουν την πληροφόρηση και συχνά επικρίνονται από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός eIDAS 2.0 υποχρεώνει όλες τις μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες και τις επιχειρήσεις που υπόκεινται σε ισχυρή ταυτοποίηση να αποδέχονται το EUDI Wallet έως τα τέλη του 2027.
Παράλληλα, ο στόχος της «Ψηφιακής Δεκαετίας» της Ε.Ε. προβλέπει ότι το 80% των Ευρωπαίων πολιτών θα χρησιμοποιεί μια λύση ψηφιακής ταυτότητας έως το 2030, με το EUDI Wallet ως βασικό εργαλείο, το οποίο υποτίθεται ότι θα παραμείνει… προαιρετικό! Η λογική της ψηφιακής ταυτοποίησης σε πανευρωπαϊκή κλίμακα για την πρόσβαση σε διαδικτυακές πλατφόρμες, στη Δημόσια Διοίκηση, στις τραπεζικές υπηρεσίες και σύντομα παντού συνιστά σαφή εκτροπή: από εργαλείο προαιρετικής διευκόλυνσης μετατρέπεται μεθοδικά σε μηχανισμό ελέγχου που αφορά σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας.
Αραγε σε ποιο βαθμό ένα δημοκρατικό κράτος ή μια ένωση κρατών που θέλει να αποκαλείται δημοκρατική μπορεί να συνδέει την πρόσβαση στον δημόσιο χώρο, ακόμη και τον ψηφιακό, με την παρουσίαση ταυτότητας που έχει επαληθευτεί από τις ίδιες του τις υπηρεσίες; Και όταν όλος αυτός ο ψηφιακός έλεγχος τεθεί σε λειτουργία, ποιες θεσμικές εγγυήσεις, πέρα από δηλώσεις προθέσεων, μπορούν να περιορίσουν τη χρήση του στις αρχικές του σκοπιμότητες; Τα ερωτήματα αυτά αξίζει να τεθούν προτού τα ψηφιακά συστήματα επιτήρησης γίνουν επιχειρησιακά κι όχι αφού η συνήθεια έχει παγιωθεί.

