Πώς διαμορφώνεται το νέο σκηνικό Αθήνας – Πεκίνου μετά τη σχεδόν ακώλυτη συνεργασία επί εξαετία και την προ ημερών σύλληψη του κατασκόπου
Η σύλληψη του αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας για κατασκοπία υπέρ της Κίνας απέδειξε, με το χειρότερο δυνατό τρόπο, ότι οι προειδοποιήσεις κορυφαίων αξιωματούχων και αρμοδίων υπηρεσιών (κυρίως των ΗΠΑ, αλλά και ευρωπαϊκών χωρών) προς την κυβέρνηση του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη για υπόγεια δράση του Πεκίνου στην Ελλάδα ήταν απολύτως βάσιμες.
Τον Σεπτέμβριο του 2019, το δημόσιο μήνυμα του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο προς τον πρωθυπουργό ήταν ότι «ζητάμε να έχετε τα μάτια σας ανοικτά», γιατί, «όταν η Κίνα εμφανίζεται και το σχέδιο φαίνεται πολύ καλό για να είναι αληθινό, τότε πρέπει να προσέξετε». Τον Φεβρουάριο του 2023, ο διάδοχός του στην ηγεσία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Αντονι Μπλίνκεν, διευκρίνισε, πίσω από τις κλειστές πόρτες του Μαξίμου, ότι το πρόβλημα δεν είναι η οικονομική συνεργασία των δυτικών χωρών με την Κίνα, αλλά όσες πτυχές της υπονομεύουν την εθνική ασφάλεια των συμμάχων του ΝΑΤΟ.
Αντίθετα, το κεντρικό σημείο ανησυχίας του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ και ισχυρών μελών της Ε.Ε. (Βρετανία, Γαλλία) ειδικά ως προς την Ελλάδα ήταν το -πρωτοφανές για ηγέτη δυτικής χώρας- άνοιγμα του κ. Μητσοτάκη προς το Πεκίνο από τους πρώτους μήνες της θητείας του. Υποδεχόμενος, τον Νοέμβριο του 2019, τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στο λιμάνι του Πειραιά, ο πρωθυπουργός δεσμεύθηκε απολύτως για την «περαιτέρω ανάπτυξη της επένδυσης» της COSCO και άλλων σχεδίων, χωρίς να θέσει τον παραμικρό όρο κατά τη διάρκεια της ομιλίας του και στις ιδιαίτερες συνομιλίες.
Πρακτικά, με μία δήλωση και σειρά πράξεων και παραλείψεων, μετέβαλε πλήρως την ουσία της διμερούς συνεργασίας, όπως είχε θεμελιωθεί το 2006 με τη Συμφωνία Στρατηγικής Συνεργασίας και τη σύμβαση παραχώρησης στην COSCO. Τότε, προβλέπονταν μόνον η εκμετάλλευση ενός προβλήτα και η κατασκευή ενός δεύτερου με την πληρωμή 4,3 δισ. ευρώ εκ μέρους της Κίνας σε περίοδο 35 ετών. Οπως μάλιστα προκύπτει από τις διαρροές στα Wikileaks, η συμφωνία του 2006 αξιολογείτο ως λογική ακόμα και από την αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας.
Επιπλέον, το άνοιγμα του κ. Μητσοτάκη προς τον πρόεδρο Σι ξεπερνούσε κατά πολύ ακόμα και τις ελάχιστες δικλίδες ασφαλείας των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου, όταν -υπό την πίεση ιδιωτικοποιήσεων του Μνημονίου- η COSCO εξασφάλισε τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρου του λιμανιού με δύο αναθεωρήσεις της σύμβασης.
Το ΣτΕ
Το μόνο θεσμικό όργανο που έχει αντιδράσει από το 2019 ως σήμερα, περιορίζοντας σε κάποιο βαθμό την ακώλυτη δράση της COSCO, είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας με τις ακυρωτικές αποφάσεις κατά της νόθευσης και έμμεσης επέκτασης των υπογεγραμμένων συμβάσεων. Στο πολιτικό επίπεδο, η εξαίρεση στον κανόνα της ελευθερίας δράσης της κινεζικής πλευράς ήταν η απόφαση Μητσοτάκη (μετά τη συνάντηση με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ τον Ιανουάριο του 2020) για τη μη ανάθεση στη Huawei, όπως αρχικά σχεδιαζόταν, της αναβάθμισης των τηλεπικοινωνιακών δικτύων στο επίπεδο 5G. Μετά τη σχεδόν ακώλυτη συνεργασία επί εξαετία και την προ ημερών σύλληψη του κατασκόπου, το νέο σκηνικό Αθήνας – Πεκίνου διαμορφώνεται ως εξής:
1 Στις 5 Δεκεμβρίου 2025, μιλώντας στο συνέδριο του «Βήματος», ο κ. Μητσοτάκης αναίρεσε ξαφνικά την πολιτική του 2019, τονίζοντας πως «δεν είμαστε και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ» και ότι η Ελλάδα δεν αμφιταλαντεύεται. Είτε η δήλωση έγινε συμπτωματικά είτε σκόπιμα, καθώς ξένη υπηρεσία είχε ήδη ενημερώσει τις ελληνικές Αρχές για την ύποπτη δράση του αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας, η επισήμανση του πρωθυπουργού έγινε ευμενώς δεκτή από ξένους παρατηρητές της πολιτικής του.
2 Λίγο μετά, στα μέσα Δεκεμβρίου, τουλάχιστον δύο σημαντικά μέλη της κυβέρνησης ερωτήθηκαν από την ηγεσία μεγάλης δυτικής πρεσβείας πώς θα αντιμετωπίσει η Αθήνα το γενικότερο πρόβλημα όλων των μελών του ΝΑΤΟ (όχι μόνον της Ελλάδας) που προκύπτει από την επαγγελματική απασχόληση πρώην κρατικών αξιωματούχων σε μη φιλικές χώρες. Ο σχετικός αμερικανικός νόμος του 1977 απαιτεί την έκδοση ειδικής άδειας για πρώην στελέχη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου. Αντιστοίχως, η γερμανική νομοθεσία του 2017 επιβάλλει διαρκή έλεγχο όσων υπογράφουν συμβάσεις με ξένες εταιρίες σε τομείς που ίσως επηρεάζουν την εθνική ασφάλεια. Ο πρόσφατα ψηφισθείς ελληνικός νόμος δεν ορίζει ειδικές προηγούμενες προϋποθέσεις, αλλά είναι αυστηρότατος στην ποινική αντιμετώπιση, ορίζοντας ακόμα και την αφαίρεση ιθαγένειας. Οπως και με την προαναφερθείσα δήλωση Μητσοτάκη, ο χρόνος της νομοθέτησης έπεται της πρώτης απόρρητης ενημέρωσης για τη δράση του τελικά συλληφθέντος αξιωματικού.
3 Προφανώς, ο κ. Μητσοτάκης ούτε μπορεί ούτε πρέπει να αναστείλει κάθε μορφή συνεργασίας με την Κίνα ή να αγνοήσει τη διεθνή επιρροή της και την ιδιότητά της ως μονίμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Στις διεθνείς σχέσεις, οι υποθέσεις διαρροής πληροφοριών ξεπερνιούνται έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, το μείζον πρόβλημα, που οφείλει να αντιμετωπίσει ο πρωθυπουργός, είναι η άνευ ουσιαστικών περιορισμών δράση της κινεζικής πρεσβείας με την παραβίαση βασικών διπλωματικών κανόνων.
Ολες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις (ανεξάρτητα από τα γενναία ανοίγματα Καραμανλή στο Πεκίνο τον Νοέμβριο 1979 και Παπανδρέου τον Απρίλιο 1986) ακολουθούσαν πιστά τον αυτονόητο κανόνα ότι οι επαφές της πρεσβείας της Κίνας με κρατικούς φορείς έπρεπε να γίνονται μέσω του υπουργείου Εξωτερικών ή με προηγούμενη γνώση και έγκρισή του. Κατά το τελευταίο διάστημα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (μετά την παραίτηση του κ. Νίκου Κοτζιά από το υπουργείο Εξωτερικών, τον Οκτώβριο του 2018) και στα εξίμισι χρόνια της κυβέρνησης Μητσοτάκη παρατηρείται το φαινόμενο Κινέζοι διπλωμάτες να επισκέπτονται ελεύθερα υπουργεία, περιφερειακές και δημοτικές Αρχές και δημόσιους οργανισμούς, χωρίς την παραμικρή γνώση της Διπλωματικής Υπηρεσίας.
Πέραν των άλλων, η παγίωση αυτής της πρακτικής είναι αντιπαραγωγική για τα ελληνικά συμφέροντα, γιατί η απουσία συντονιστικού-ελεγκτικού κέντρου σημαίνει αδυναμία κεντρικής διαπραγμάτευσης και εξασφάλισης ανταλλαγμάτων. Ενας από τους κορυφαίους διδάξαντες της παράκαμψης του υπουργείου Εξωτερικών είναι ο σημερινός πολιτικός προϊστάμενός του, κ. Γιώργος Γεραπετρίτης. Ως υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, την άνοιξη του 2023, συζητούσε με τον τότε πρεσβευτή, Σιάο Τζουντσένγκ, τις συνέπειες του δυστυχήματος των Τεμπών στις εξαγωγές της COSCO προς τις βαλκανικές και κεντροευρωπαϊκές χώρες και την κινεζική συμμετοχή στον εκσυγχρονισμό των ελληνικών σιδηροδρόμων.
«Αγκάθι» και η πρόταση για τις πανηγυρικές εκδηλώσεις
Εξίσου μεγάλο πρόβλημα για τον κ. Μητσοτάκη (ίσως και μεγαλύτερο λόγω της αναμενόμενης δημοσιότητας) αποτελεί η κινεζική πρόταση περί διοργάνωσης πανηγυρικών εκδηλώσεων για την 20ή επέτειο υπογραφής της διμερούς Δήλωσης Στρατηγικής Σχέσης του 2006.
Ο κ. Λι Σι («νούμερο 3» στην ιεραρχία του Κ.Κ. Κίνας), κατά τις συνομιλίες του στην Αθήνα στα μέσα Σεπτεμβρίου 2025, συνέδεσε τις εκδηλώσεις της 20ής επετείου με επίσκεψη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην ελληνική πρωτεύουσα. Αν το Πεκίνο επιμείνει, υπό το βεβαρημένο πια διμερές κλίμα, ο πρωθυπουργός θα πιεστεί να επιλέξει μεταξύ της κινεζικής ή της αμερικανικής δυσαρέσκειας, αν –αντιστοίχως– απορρίψει ή αποδεχθεί την οργάνωση της επίσκεψης.
Πρωτοτυπία
Επιπλέον, παρατηρείται η πρωτοτυπία της επιλεκτικής ανάμειξης του πρωθυπουργού στις επαφές με την κινεζική ηγεσία. Ενώ μέχρι προ έτους συμμετείχε προσωπικά και με κάθε ευκαιρία, μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας Τραμπ προσπαθεί να τηρεί κάποιες αποστάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, αποδεχόμενος εισήγηση της υφυπουργού Εξωτερικών, πρέσβεως Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, είχε κρίνει πως ο κ. Λι Σι δεν έπρεπε να συναντήσει κανένα μέλος της πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας. Αργότερα άλλαξε άποψη και επικαλέστηκε φόρτο εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια της τετραήμερης παραμονής του κ. Λι Σι, φροντίζοντας να πετάξει το μπαλάκι των συναντήσεων στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τασούλα, στον πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη, και τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη.
Φέτος, μετά την υπόθεση κατασκοπίας και με το άγχος της προτεινόμενης επίσκεψης του Κινέζου προέδρου, οι όποιες ψευδαισθήσεις του πρωθυπουργού σβήνουν. Τα διλήμματά του είναι σκληρότερα και οι αποφάσεις δυσκολότερες και μεγαλύτερης σημασίας.
*Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη.


