Παρά τις ελπίδες για έμμεσες διαπραγματεύσεις μέσω τρίτων χωρών, η Τεχεράνη συνεχίζει να απορρίπτει κάθε ιδέα άμεσου διαλόγου, ενώ η Ουάσινγκτον διατηρεί στάση υπομονής, αλλά και αποφασιστικότητας
Σε μια περίοδο έντασης που έχει ήδη κοστίσει χιλιάδες ζωές και αναστατώσει τις παγκόσμιες αγορές, οι προσπάθειες για κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν φαίνεται να προσκρούουν σε νέα εμπόδια. Παρά τις ελπίδες για έμμεσες διαπραγματεύσεις μέσω τρίτων χωρών, η Τεχεράνη συνεχίζει να απορρίπτει κάθε ιδέα άμεσου διαλόγου, ενώ η Ουάσινγκτον διατηρεί στάση υπομονής, αλλά και αποφασιστικότητας. Το σκηνικό αυτό, που εξελίσσεται τις τελευταίες ημέρες στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν, αποκαλύπτει μια βαθύτερη στρατηγική μάχη όπου ο χρόνος, η οικονομία και οι διεθνείς προμήθειες παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Οι πρόσφατες κινήσεις για διαμεσολάβηση από την πλευρά του Πακιστάν φάνηκε αρχικά να ανοίγουν έναν δίαυλο επικοινωνίας. Αμερικανοί αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων ειδικοί απεσταλμένοι και υψηλόβαθμα στελέχη της διοίκησης, προγραμμάτιζαν επίσκεψη για να συζητήσουν πιθανές προτάσεις εκεχειρίας. Ωστόσο, η ιρανική ηγεσία, μέσω του υπουργού Εξωτερικών της που επισκέφθηκε το Ισλαμαμπάντ, ξεκαθάρισε ότι δεν προβλέπονται απευθείας συναντήσεις. Οι ιρανικές θέσεις θα μεταφέρονταν αποκλειστικά μέσω των Πακιστανών συνομιλητών, με την Τεχεράνη να εκφράζει σκεπτικισμό για την «πραγματική σοβαρότητα» των αμερικανικών προθέσεων.
Τελικά, η αμερικανική πλευρά αποφάσισε να αναστείλει την αποστολή, επικαλούμενη ανεπαρκείς προτάσεις από την αντίπαλη πλευρά. Παρ’ όλα αυτά, ο Λευκός Οίκος σημείωσε κάποια μικρή πρόοδο τις προηγούμενες ημέρες, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων πρωτοβουλιών. Πίσω από αυτή τη διπλωματική στασιμότητα κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα οικονομικής και στρατιωτικής φθοράς.
Ο ναυτικός αποκλεισμός του Στενού του Ορμούζ έχει πλήξει καίρια την ιρανική οικονομία, σταματώντας ουσιαστικά τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι τοπικές Αρχές δυσκολεύονται να λειτουργήσουν, οι μισθοί στρατιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων καθυστερούν, ενώ η υποδομή του κράτους παρουσιάζει σημάδια φθοράς. Το καθεστώς της Τεχεράνης, ήδη αποδυναμωμένο από εσωτερικές εντάσεις και το κενό εξουσίας μετά την απώλεια υψηλόβαθμων στελεχών στις αρχικές φάσεις της σύγκρουσης, βρίσκεται υπό πίεση.
Στρατηγικό πλεονέκτημα
Αντίθετα, η αμερικανική πλευρά διατηρεί στρατηγικό πλεονέκτημα: οι ΗΠΑ προκαλούν μεγαλύτερες ζημιές από όσες υφίστανται, ενώ οι παύσεις των συγκρούσεων τους επιτρέπουν να αναπληρώνουν αποθέματα πυρομαχικών και να παρακολουθούν καλύτερα τις ιρανικές κινήσεις. Οι σύμμαχοί τους, όπως το Ισραήλ, μπορούν να αναλάβουν δράσεις που η Ουάσινγκτον αποφεύγει, ενώ το ίδιο το κλείσιμο των Στενών πλήττει κυρίως Ευρωπαίους και Ασιάτες εταίρους, προσφέροντας έμμεση πίεση και πολιτική ευελιξία.
Ωστόσο, ο χρόνος δεν είναι αέναος. Παρότι η στρατιωτική και οικονομική υπεροχή δίνει περιθώριο στην αμερικανική διοίκηση να μη βιάζεται για συμφωνία, οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις στην Ουάσινγκτον αυξάνονται. Το υψηλό κόστος ζωής, η δυσαρέσκεια τμημάτων της κοινής γνώμης που αντιτίθενται σε παρατεταμένες συγκρούσεις και ο κίνδυνος απωλειών στις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο δημιουργούν έναν χρονικό ορίζοντα που μετριέται σε εβδομάδες ή λίγους μήνες. Το καθεστώς της Τεχεράνης, παρότι ανθεκτικό σε λαϊκές δυσκολίες και δολοφονικό σε λαϊκές εξεγέρσεις, κινδυνεύει από εσωτερικές ρωγμές και ανταγωνισμούς μεταξύ φατριών που βλέπουν την ειρήνη ως ευκαιρία για αποσταθεροποίηση.
Κρίσιμος παράγοντας στην ιρανική ανθεκτικότητα είναι η εξάρτηση από εξωτερικές προμήθειες, ιδιαίτερα από την Κίνα. Το Πεκίνο δεν προμηθεύει απευθείας ολοκληρωμένα όπλα, αλλά μέσω εταιριών μικρής κλίμακας και λιμένων εξάγει υλικά «διπλής χρήσης» – χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται ως πρόδρομοι για καύσιμα πυραύλων, ηλεκτρονικά εξαρτήματα, κινητήρες και εξαρτήματα ακριβείας για μη επανδρωμένα αεροσκάφη και βαλλιστικούς πυραύλους.
Ασύμμετρο κόστος
Αυτά τα υλικά φτάνουν στο Ιράν υπό πολιτικά τιμολόγια, επιτρέποντας στην Τεχεράνη να διατηρεί την παραγωγή φθηνών πυραύλων και drones που δημιουργούν ασύμμετρο κόστος για τους αντιπάλους της (ένα χαμηλού κόστους όπλο έναντι ακριβών αντιπυραυλικών). Παρότι η Κίνα διαθέτει νομοθεσία ελέγχου εξαγωγών, η εφαρμογή της παραμένει χαλαρή, με εταιρίες να αλλάζουν ονόματα και ιδιοκτησία γρήγορα για να αποφεύγουν κυρώσεις. Για να αντιμετωπίσει αυτή την πραγματικότητα, η αμερικανική στρατηγική πρέπει να εξελιχθεί.
Αντί για γενικές απειλές δασμών σε «όπλα», η Ουάσινγκτον μπορεί να εφαρμόσει στοχευμένα μέτρα – δευτερογενείς κυρώσεις σε συγκεκριμένα λιμάνια, εταιρίες και δίκτυα προμηθευτών, όπως έγινε με επιτυχία σε άλλες περιπτώσεις προδρόμων ουσιών. Μια τέτοια προσέγγιση, συνδυασμένη με διπλωματική πίεση στο υψηλότερο επίπεδο, θα μπορούσε να διακόψει τη ροή υλικών που τροφοδοτούν την ιρανική πολεμική μηχανή, ενισχύοντας την υπάρχουσα οικονομική πίεση από τον αποκλεισμό.
Συνολικά, η κρίση αποκαλύπτει μια λεπτή ισορροπία. Η Ουάσινγκτον διαθέτει τα εργαλεία για να μεγιστοποιήσει το πλεονέκτημά της βραχυπρόθεσμα, αλλά πρέπει να ορίσει σαφώς τους στόχους μιας «νικηφόρας» συμφωνίας πριν οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις γίνουν ανυπόφορες. Το Ιράν, από την πλευρά του, βασίζεται σε εξωτερικές προμήθειες και στην εσωτερική ανθεκτικότητα, ελπίζοντας ότι ο χρόνος θα φθείρει την αντίπαλη πλευρά. Η επόμενη φάση των διαπραγματεύσεων, είτε άμεση είτε έμμεση, θα κρίνει αν η υπομονή θα οδηγήσει σε σταθερή ειρήνη ή σε νέα κλιμάκωση. Σε κάθε περίπτωση, η περιφερειακή σταθερότητα και η παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια εξαρτώνται από την ικανότητα των εμπλεκομένων να μετατρέψουν την τρέχουσα ισορροπία δυνάμεων σε βιώσιμη λύση.
*Υπ. δρ Γεωπολιτικής – πρόεδρος Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών


