Στα μετρητά στρέφονται ξανά οι Ελληνες για τις καθημερινές πληρωμές τους, καθώς η ακρίβεια σαρώνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και οι καταναλωτές αναζητούν κάθε δυνατό τρόπο να εξοικονομήσουν ακόμα και λίγα ευρώ, αποδεχόμενοι συναλλαγές χωρίς απόδειξη.
Παρά τη διαρκή αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι πολίτες επισκέπτονται ολοένα και συχνότερα τα ΑΤΜ για να κάνουν αναλήψεις. Μάλιστα, μόλις καλύψουν το απαιτούμενο 30% του ετήσιου εισοδήματός τους με ηλεκτρονικές πληρωμές -όπως προβλέπει η φορολογική νομοθεσία-, ξεκινά το… κυνήγι των συναλλαγών χωρίς ΦΠΑ, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις η τελική τιμή είναι αισθητά χαμηλότερη και το κέρδος του οικογενειακού προϋπολογισμού ιδιαίτερα σημαντικό.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην πρόσφατη Εκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ), σύμφωνα με τα οποία κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι πολίτες προσφεύγουν στα ΑΤΜ για αναλήψεις μετρητών. Με δεδομένο ότι πλέον μισθοί και συντάξεις καταβάλλονται σχεδόν αποκλειστικά μέσω τραπεζικών λογαριασμών, θεωρητικά δεν θα υπήρχε λόγος για τόσο εκτεταμένη χρήση μετρητών. Ωστόσο, η ακρίβεια έχει γονατίσει τα ελληνικά νοικοκυριά την ώρα που δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις επαγγελματιών που προσφέρουν χαμηλότερες τιμές για συναλλαγές χωρίς κάρτα
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του συστήματος πληρωμών ΔΙΑΣ, οι αναλήψεις από τα ΑΤΜ της χώρας διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια ως εξής:
- Το 2023 έφτασαν τα 3,9 εκατ. συναλλαγές
- Το 2024 ανήλθαν στα 4,1 εκατ. συναλλαγές
- Το 2025 εκτινάχθηκαν στα 5,4 εκατ. συναλλαγές
Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα μετρητά όχι μόνο δεν υποχωρούν, αλλά επιστρέφουν δυναμικά στην αγορά. Κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση προχωρά, μέσω νέου νομοσχεδίου, σε νέες αλλαγές σχετικά με το όριο πληρωμών με μετρητά άνω των 500 ευρώ, σε μια προσπάθεια να μην υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης «σπαστών» αποδείξεων για την ίδια συναλλαγή.
Παρά την εκτόξευση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, πάντως, διαπιστώνεται ότι οι φορολογούμενοι εξακολουθούν να μην έχουν ουσιαστικό οικονομικό όφελος από το να ζητούν απόδειξη. Ακόμη και το σύστημα φορολογικών εκπτώσεων για συγκεκριμένες αποδείξεις φαίνεται ότι χάνει σταδιακά την αποτελεσματικότητά του. Βασικός λόγος είναι ότι το όφελος για τον φορολογούμενο που πληρώνει με μετρητά χωρίς απόδειξη παραμένει μεγαλύτερο από το όφελος που έχει εκείνος ο οποίος πληρώνει με κάρτα.
Για παράδειγμα, σε περίπτωση που ένας μισθωτός με ετήσιο εισόδημα κάτω από 10.000 ευρώ ζητήσει απόδειξη από κομμωτήριο, το όφελος στο εκκαθαριστικό της Εφορίας θα είναι μηδενικό, καθώς ο συγκεκριμένος φορολογούμενος δεν πληρώνει έτσι κι αλλιώς φόρο εισοδήματος.
Αντίστοιχα, για μια επισκευή από ηλεκτρολόγο το κόστος χωρίς ΦΠΑ ανέρχεται στα 50 ευρώ. Με την έκδοση απόδειξης και την επιβολή ΦΠΑ 24%, το τελικό ποσό φτάνει σχεδόν στα 62 ευρώ. Τα επιπλέον 12 ευρώ λειτουργούν ως ισχυρό κίνητρο για συναλλαγή χωρίς παραστατικό, καθώς μέσω της φορολογικής έκπτωσης ο φορολογούμενος κερδίζει μόλις 3,72 ευρώ, με την καθαρή επιβάρυνση να διαμορφώνεται στα 8,28 ευρώ. Σε περίπτωση μάλιστα που ένας καταναλωτής πραγματοποιήσει πέντε αντίστοιχες συναλλαγές μέσα σε έναν μήνα, το συνολικό οικονομικό όφελος από τις «μαύρες» πληρωμές μπορεί να ξεπεράσει τα 40 ευρώ – ποσό που για πολλά νοικοκυριά αντιστοιχεί πλέον σε ένα σημαντικό μέρος του μηνιαίου διαθέσιμου εισοδήματος.

