Δυσαρέσκεια στη Μεγαλόνησο για Στουρνάρα και Τσακαλώτο, επειδή την κατέταξαν σε ειδική «λίστα»
Εντονη δυσαρέσκεια στην πολιτική ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην τραπεζική και την επιχειρηματική κοινότητα της Λευκωσίας προκαλεί η συνεχιζόμενη πολιτική της Αθήνας για κατάταξη της Μεγαλονήσου στις χώρες με «προνομιακό» φορολογικό καθεστώς.
Σε μια κρίσιμη περίοδο, κατά την οποία ο Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας κατάφεραν να ξεπεράσουν ή, έστω, να λειάνουν ορισμένες κρίσιμες διαφορές τους επί της πορείας του Κυπριακού, η διάσταση απόψεων επί οικονομικών – φορολογικών θεμάτων προκαλεί απορίες και ανατροφοδοτεί την αμοιβαία δυσπιστία.
Κύριος υπεύθυνος για τη δημιουργία του προβλήματος, τον Μάρτιο του 2014, είναι ο τότε υπουργός Οικονομικών και νυν διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, ο οποίος ενέταξε την Κυπριακή Δημοκρατία, μαζί με 31 άλλες χώρες, στη λίστα με το προνομιακό καθεστώς.
Το σκεπτικό Στουρνάρα (ο οποίος, την ίδια ακριβώς εποχή, έκλεινε τα μάτια σε κρίσιμες και επείγουσες υποθέσεις, όπως η «λίστα Λαγκάρντ») ήταν ότι η Κύπρος προσφέρει ειδικό καθεστώς με χαμηλές κλίμακες φορολογίας σε ξένες εταιρίες που εγκαθίστανται στο νησί, χωρίς φυσική παρουσία ή εγχώρια οικονομική δραστηριότητα. Πρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο για την ένταξη στην ομάδα των χωρών με προνομιακό καθεστώς είναι και η μη παροχή πληροφοριών από τη μία χώρα στην άλλη για τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων.
Η Λευκωσία απορρίπτει το σκεπτικό και την πολιτική Στουρνάρα, που επιβεβαιώθηκαν και συνεχίζονται από τον σημερινό υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο, υπογραμμίζοντας ότι (αν και δεν είναι μέλος του ΟΟΣΑ) εφαρμόζει όλες τις οδηγίες της Ε.Ε., εγγυάται τη διαφάνεια και δεν προσφέρει ειδικούς χαμηλούς συντελεστές.
Οι κυριότεροι εξ αυτών είναι ο εταιρικός φόρος 12,5% και η λεγόμενη έκτακτη (αλλά, επί της ουσίας, μόνιμη) αμυντική εισφορά 17% στο 70% των λογιστικών κερδών, ενώ (σε περίπτωση διανομής του συνόλου αυτών) ο τελικός συντελεστής φορολόγησης ανέρχεται έως στο 27%.
Ποια είναι η απάντηση της ελληνικής πλευράς; Η συνήθης: ο χρόνος κυλά χωρίς ούτε αρνητική ούτε θετική απάντηση στα κυπριακά αιτήματα.

