Μια μέρα χτύπησε η πόρτα του Ελληνα. Ηταν ο απέναντι γείτονας, ο Ευρωπαίος. «Μπορείς να μου δανείσεις το τσουκάλι σου;» τον ρώτησε. Ο Ελληνας, ανοιχτόκαρδος όπως πάντα, έδωσε αμέσως τη χύτρα στον γείτονα. Πέρασε μια μέρα, πέρασαν δυο, πέρασαν τρεις, αποφάσισε να πάει να τη ζητήσει. «Α, γείτονα, θα ερχόμουν σήμερα. Ηξερες ότι η χύτρα σου ήτανε έγκυος;».
Απόρησε ο Ελληνας. Ο άλλος τον κοίταξε και είπε: «Ναι, και γέννησε τούτα εδώ. Ενα μπρίκι και μια κουτάλα. Πάρ’ τα, σε παρακαλώ, είναι δικά σου». «Μα, πώς; Τι;» απόρησε ο γείτονας. «Σε παρακαλώ, πάρε τα» επέμεινε ο απέναντι. Τα πήρε ο άνθρωπος κι έφυγε. Σε λίγες μέρες, να σου πάλι ο Ευρωπαίος: «Γείτονα, μου δανείζεις την πένσα και το κατσαβίδι σου;» Το ξανασκέφτηκε ο Ελληνας και του την έδωσε. Πέρασε μια μέρα, δυο, πέντε, μια βδομάδα κι αποφάσισε πάλι να πάει να τη ζητήσει.
«Α, μόλις ερχόμουν να σου την επιστρέψω. Ξέρεις, ήταν ζευγάρι! Τα άφησα για λίγο μόνα, έγινε ό,τι έγινε και είχαμε γεννητούρια! Να, πάρε τα παιδιά τους!» είπε ο απέναντι και έδωσε στον Ελληνα μια φούχτα βίδες και καρφιά!Δέκα μέρες αργότερα ξαναχτύπησε την πόρτα ο Ευρωπαίος: «Γείτονα, μπορείς να μου δανείσεις για λίγο εκείνο το χρυσό βάζο που έχεις στην εταζέρα σου;»
Χωρίς να το σκεφτεί ο καλόπιστος Ελληνας έδωσε αμέσως το βάζο. Πέρασε μια εβδομάδα, πέρασαν δυο, πήγε και χτύπησε την πόρτα του Ευρωπαίου. «Καλημέρα, ήρθα για το χρυσό μου βάζο» είπε. «Το βάζο σου ήταν γκαστρωμένο, αλλά, παρά τις προσπάθειές μου, πέθανε στη γέννα!». «Τρελάθηκες, άνθρωπέ μου; Τι είναι αυτές οι σαχλαμάρες;» φώναξε ο Ελληνας. «Α, για στάσου!
Δέχθηκες ότι το κατσαβίδι και η πένσα γέννησαν βίδες και καρφιά. Γιατί αρνείσαι τον θάνατο του βάζου σου στη γέννα;» είπε θυμωμένα ο Ευρωπαίος γείτονας. Τι να πει ο Ελληνας; Τα μάζεψε κι έμεινε με τη χύτρα και τις βίδες! Την ιστορία που περιέγραψα έγραψε ο Χόρχε Μπουκάι. Δεν είναι, όμως, ενδεικτική; Δεν ταιριάζει γάντι στην περίπτωσή μας; Μας έδωσαν χύτρες, βίδες, μπρίκια και μερσεντές, αλλά μας πήραν ύστερα την περιουσία μας!
Η ΑΚΙΣ
