Μέρος Β’: Αφορολόγητα υπερκέρδη, αθέμιτες πρακτικές και παχυλά μπόνους
Στα γραφεία «επιχειρηματικών συμβούλων» του Κολωνακίου, εκεί όπου ξημεροβραδιάζονται οι κομπραδόροι των ημερών Μητσοτάκη, τα στελέχη μελετητικών εταιριών και τα διάφορα αρπακτικά του Ταμείου Ανάκαμψης, η συζήτηση εξαντλείται σε ένα θέμα: την αυξανόμενη αλαζονεία των συστημικών τραπεζών.
Κοινό μυστικό ακόμη και στους προνομιακά… συναλλασσόμενους είναι πλέον ότι οι τέσσερις τράπεζες έχουν ξεφύγει. Και επιδίδονται σε έναν ανταγωνισμό μικρομέγαλης «εξωστρέφειας», θυμίζοντας τις… ένδοξες μέρες του 2008 και των τεμπέληδων της εύφορης κοιλάδας.
Απελευθερωμένες από τις μνημονιακές δεσμεύσεις που τις υποχρέωσαν να εκποιήσουν τις μη αμιγώς τραπεζικές δραστηριότητες και να συρρικνώσουν τη διεθνή τους παρουσία, τώρα επιστρέφουν δυναμικά αγοράζοντας… ό,τι πετάει κι ό,τι κολυμπάει: ασφαλιστικές εταιρίες, ακίνητα, χρηματιστηριακές εταιρίες, ακόμη και γραφεία χρηματοοικονομικών…νταλαβεριτζήδων.
Το χρήμα ρέει άφθονο, αν δούμε και τα δυσθεώρητα μπόνους που πρόσφατα μοιράστηκαν στα στελέχη τους. Εντεκα στελέχη των 4 τραπεζών «επιβραβεύτηκαν» με μετοχές και μετρητά που φτάνουν σχεδόν τα 15 εκατομμύρια ευρώ. Την ίδια ώρα που οι μηνιαίες αποδοχές τους την τελευταία 3ετία έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα πολλών δεκάδων χιλιάδων ευρώ.
Ατμόσφαιρα ευφορίας, λοιπόν, μόνο που σε σχέση με το 2008 υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά. Οι τράπεζες πλέον ανήκουν σε ιδιώτες μετόχους, κερδοσκοπικά funds και ξένους «στρατηγικούς επενδυτές». Διασώθηκαν στην κρίση των Μνημονίων από το ελληνικό κράτος, ανακεφαλαιοποιήθηκαν με το αίμα και τον ιδρώτα του Ελληνα φορολογουμένου, αλλά σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις Μητσοτάκη κατάφεραν χάρη στη μεθοδευμένη απαξίωση και εκποίηση του μεριδίου δημόσιας συμμετοχής να αφελληνιστούν! Και όπως εξηγήσαμε στο άρθρο της περασμένης Κυριακής, κατάφεραν επίσης με το colpo grosso του ξεφορτώματος των «κόκκινων» δανείων να επανέλθουν σε θριαμβευτική και… αφορολόγητη κερδοφορία μέσω του τεράστιου σκανδάλου του αναβαλλόμενου φόρου. Μετάθεσης φορολογικών υποχρεώσεων, δηλαδή, στο… διηνεκές, με αποτέλεσμα μια «μαύρη τρύπα» 12 δισ. ευρώ στα έσοδα του Ελληνικού Δημοσίου.
Η εντυπωσιακή κερδοφορία, όπως είπαμε, οφείλεται στη χαριστική εξυγίανση. Στο άκοπο «ξαλάφρωμα» από τα «κόκκινα» δάνεια που απέκτησαν αντί ευτελούς τιμήματος οι περιβόητοι servicers. Αλλά όχι μόνον. Οφείλεται και σε μία σειρά καταχρηστικών πρακτικών, τις οποίες ο αρμόδιος ελεγκτικός τομέας, δηλαδή η Τράπεζα της Ελλάδος και ο διοικητής της, Γιάννης Στουρνάρας, παριστάνουν ότι δε βλέπουν.
Οι τράπεζες καταρχάς επιδίδονται σε ένα ιδιότυπο «τρενάκι» με τις εισπρακτικές. Εκλεισαν υποκαταστήματα και μείωσαν δραστικά το προσωπικό τους, αντικαθιστώντας τους ανθρώπους στις υπηρεσίες με απρόσωπα bots. Αλλά το «πλεονάζον» προσωπικό δεν έφυγε ακριβώς. Σε μεγάλο βαθμό απορροφήθηκε με δυσμενέστερους όρους εργασίας στις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων που βρίσκονται σε στενή συνεργασία με τα τραπεζικά ιδρύματα.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ένα απρόσιτο τραπεζικό σύστημα που καταργεί την προσωπική σχέση με τους συναλλασσόμενους. Η λεγόμενη «ψηφιοποίηση» οδηγεί σε διαδοχικές συγχωνεύσεις υποκαταστημάτων και υπηρεσιών, γεγονός που αυξάνει αφάνταστα την ταλαιπωρία για το καταναλωτικό κοινό. Ανθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, ευάλωτοι συμπολίτες μας με ειδικές ανάγκες και κάτοικοι απομονωμένων περιοχών που δεν είναι εξοικειωμένοι με το e-banking βιώνουν κατά κυριολεξία τον αποκλεισμό από το τραπεζικό σύστημα της χώρας. Οι λογαριασμοί τους μπαίνουν σε καθεστώς αχρηστίας επειδή δεν ήταν σε θέση να «επικαιροποιήσουν» τα στοιχεία τους! Χωρίς την «επικαιροποίηση» ούτε τα χρήματά τους δεν μπορούν να πάρουν πίσω!
Η κερδοφορία όμως είπαμε δεν οφείλεται μόνο στη δραστική συρρίκνωση προσωπικού και υπηρεσιών που εξοικονομεί πόρους, αλλά και σε πρακτικές αισχροκέρδειας που περνούν απαρατήρητες από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Οι πάντες σήμερα γνωρίζουν ότι οι ελληνικές τράπεζες επιβάλλουν ένα από τα υψηλότερα spreads μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων, την ίδια μάλιστα ώρα που η χώρα εμφανίζει έναν από τους μεγαλύτερους πληθωρισμούς στην ευρωζώνη! Την ίδια ώρα οι καταναλωτές διαπιστώνουν υπέρογκες κρατήσεις (προμήθειες) ακόμα και στις πιο απλές συναλλαγές.
Οι τράπεζες λοιπόν στην περίοδο διακυβέρνησης Μητσοτάκη, λειτουργώντας σε καθεστώς απόλυτης ασυδοσίας, γράφουν υπερκέρδη. Και το κερασάκι στην τούρτα είναι ότι αυτά τα κέρδη δεν φορολογούνται! Οι φορολογικές τους υποχρεώσεις συμψηφίζονται με… παλαιότερες ζημιές από το PSI και στην ουσία παραγράφονται μέσω της σκανδαλώδους επινόησης του «αναβαλλόμενου φόρου».
Φέτος μόνο οι 4 μεγάλες τράπεζες θα μοιράσουν πάνω από 2,5 δισ. ευρώ σε μερίσματα, δηλαδή θα επιστρέψουν το 50% των κερδών τους στους μετόχους τους, χωρίς να πληρώνουν ούτε ένα ευρώ φόρο! Το διανοείστε;
Εσχάτως ξεκίνησε μία συζήτηση για το αν η κυβέρνηση, μπροστά στο φάσμα των οικονομικών επιπτώσεων από τον συνεχιζόμενο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, θα έμπαινε στον πειρασμό να επιβάλει έναν έκτακτο φόρο στα υπερκέρδη των τραπεζών, όπως αυτόν που είχε επιβάλει στα κέρδη των δύο μεγάλων διυλιστηρίων και απέφεραν στα ταμεία του κράτους περί τα 700 εκατομμύρια ευρώ.
Προς το παρόν όμως η κυβέρνηση Μητσοτάκη προτίμησε να επιβάλει πρόσθετο φόρο όχι στα κέρδη των εταιριών, αλλά στους παίκτες διαδικτυακού τζόγου! Δηλαδή σε Ελληνες πολίτες…
Ο φόρος στις τράπεζες έπρεπε να έχει επιβληθεί από τότε που άρχισαν να παρουσιάζουν κέρδη, όπως συνέβη στην Ισπανία το 2023, όταν η σοσιαλιστική κυβέρνηση επέβαλε έκτακτο φόρο 4,8% στα έσοδα από τους τόκους και τις προμήθειες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων εισπράττοντας 1,2 δισ. ευρώ. Οι τράπεζες επιχείρησαν να προσβάλουν την απόφαση νομικά και ο Σάντσεθ «απάντησε» παρατείνοντας τη μόνιμη εισφορά ως το 2027!
Στην Ιταλία η Μελόνι επιχείρησε να βάλει φόρο… 40% στα υπερκέρδη των τραπεζών από τη διαφορά των επιτοκίων σε δάνεια και καταθέσεις. Κι όταν αυτές αντέδρασαν δημιουργώντας αναστάτωση στις αγορές, τις υποχρέωσε να ενσωματώσουν ένα ποσό δυόμισι φορές μεγαλύτερο ποσό σε ειδικό μη διανεμητέο αποθεματικό των κεφαλαίων τους και να το διαθέσουν στην ιταλική οικονομία.
Η διαφορά και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις είναι ότι οι τράπεζες ήδη πλήρωναν εταιρικό φόρο για τα καθαρά κέρδη τους και μάλιστα με υψηλότερο συντελεστή από τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, που φτάνει ή και ξεπερνά το 30%.
Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη οι 4 συστημικές τράπεζες, εκμεταλλευόμενες ένα προνομιακό καθεστώς που τους είχε δοθεί στη διάρκεια της κρίσης, εξακολουθούν να συμψηφίζουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις με απαιτήσεις εις βάρος του Δημοσίου.
Κοινώς δεν πληρώνουν δεκάρα. Και οι ξένοι μέτοχοι τρίβουν τα χέρια τους απολαμβάνοντας τα παχυλά μερίσματα. Γιατί προφανώς γνώριζαν από πριν ότι σε μία χώρα όπου τα δύο μεγαλύτερα κόμματα εξουσίας χρωστούν στις τράπεζες πάνω από ένα δισεκατομμύριο ευρώ είναι εξαιρετικά δύσκολο να τις στενοχωρήσουν…


